Παραινετικά

ὑπό π. Νικηφόρου Νάσσου

«Αὕτη ἐστίν ἡ Θεοτόκος Μαρία, τό κοινόν ἁπάντων τῶν χριστιανῶν καταφύγιον, ἡ πρώτη τοῦ πρώτου πτώματος τῶν προγόνων ἀνάκλησις»[1].

Τό πρόσωπο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί Μητρός τοῦ Ἐνανθρωπήσαντος Λόγου, ἡ τιμή καί οἱ πολλές χάριτες καί δωρεές τοῦ Θεοῦ πρός τήν Παρθένο Μαρία καί ἡ μεγίστη προσφορά της στό ἔργο τῆς θείας Οἰκονομίας εἶναι ἐκεῖνα τά στοιχεῖα πού προκαλοῦν τήν ἔμπνευση καί τόν θαυμασμό, τή συγκίνηση καί τό δέος σέ ὅποιον ἐπιχειρεῖ νά ἀρθρώσει λόγο περί αὐτῆς, ἐν γνώσει ὅτι «ἅπας ὕμνος ἡττᾶται» πρό τοῦ μεγαλείου καί τῆς ὑπερτάτης τιμῆς αὐτοῦ τοῦ τελείου κτίσματος, ἐνώπιον τοῦ ἀκτίστου Θεοῦ.

Ἱεροῦ Χρυσοστόμου

ΦΑΙΔΡΑ σήμερον ἡ πανήγυρις καὶ λαμπροτέρα σήμερον ἡ συνάθροισις. Ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ αἰτία; Ἐγὼ γνωρίζω ὅτι τῆς νηστείας εἶναι τὸ κατόρθωμα τοῦτο, ὄχι τῆς παρούσης, ἀλλὰ τῆς προσδοκωμένης νηστείας. Ἐκείνη κατὰ ἀλήθειαν, ἐκείνη μᾶς ἐσυμμάζωξε πρὸς τὸν πατρικόν μας οἶκον· ἐκείνη καὶ τοὺς προτήτερον ῥαθυμοῦντας, τοὺς ἐπανήγαγε σήμερον πρὸς τὰς μητρικὰς ἀγκάλας.

Ἱεροῦ Χρυσοστόμου

[...] Ἄς γνωρίσωμεν τὴν φύσιν ἡμῶν τὴν φθαρτήν· ἄς ἐνθυμηθῶμεν τὰ ἁμαρτήματά μας· ἄς μάθωμεν ποῖοι εἴμεθα, δηλαδὴ πρόσκαιροι, καὶ φθαρτοί, καὶ φθάνει μόνον τοῦτο εἰς ὑπόθεσιν τῆς ταπεινοφροσύνης· διότι εἰς τοῦτο ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει τὸν ἑαυτόν του, ὅτι δὲν ἦναι τίποτα· διότι δὲν εἶναι ἄλλος τρόπος, ὅπου νὰ κάμῃ τις φίλον τὸν Θεόν, ὡς νὰ μετρᾷ τὸν ἑαυτόν του μικρότερον ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους· διατὶ λέγει ὁ Χριστός: «Δεῦτε πάντες πρός με, καὶ μάθετε ἀπ΄ ἐμοῦ, ὅτι πρᾷος εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ»!

Παρατηρεῖται τὸ ἐντελῶς ἄτοπο φαινόμενο νὰ εἰσέρχονται στὸ Ἅγιο Βῆμα τῶν Ἱερῶν Ναῶν καὶ μάλιστα κατὰ τὴν διάρκεια τῆς θείας Λατρείας, διάφορα λαϊκὰ πρόσωπα, ἀνήλικα ἤ ἐνήλικα, δίχως κἄν τὴν ἀπαιτούμενη εὐλάβεια καὶ συστολή.

Μία προφητικὴ διαπίστωση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ γιὰ τοὺς ὀπαδούς Του διαχρονικὰ εἶναι καὶ ἡ γνωστὴ ρήση Του: «ἔσεσθε μισούμενοι ὑπὸ πάντων διὰ τὸ Ὄνομά μου· ὁ δὲ ὑπομείνας εἰς τέλος οὗτος σωθήσεται» (Ματθ. ι’ 22).

ξίσταται ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ἀναλογιζόμενος τὰ ὑπερφυῆ θαυμάσια, τὰ ὁποῖα ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ μετῆλθεν, ἵνα σώσῃ τὸν ἄνθρωπον ἐκ τῆς αἰωνίας δυστυχίας, εἰς τὴν ὁποίαν ἔρριψεν αὐτὸν ἡ παρακοὴ τοῦ Παραδείσου.

Ἄθεος σὲ παραμεθόριο χωριὸ καταθρυμμάτισε θαυματουργὴ Εἰκόνα ἀλλὰ πέθανε τὴν ἑπόμενη ἡμέρα

 δύναμη τῆς θρησκείας μας καταφάνηκε γιὰ μία ἀκόμη φορὰ καὶ ἕνα ἀπίστευτο θαῦμα κρατεῖ σὲ ζωηρὴ συγκίνηση τὸν πληθυσμὸ παραμεθορίου περιοχῆς. Πρόκειται γιὰ τὸν θάνατο τοῦ Περικλέους Ἀργυρίου, ὁ ὁποῖος ἔλαβε χώρα στὸ χωριὸ Πράσινο ἤ Τύρνωβο τοῦ Νομοῦ Φλωρίνης. Τὸ ἱστορικὸ τοῦ θανάτου αὐτοῦ ἔχει ὡς ἑξῆς: