Οἱ σαρκικὲς ἁμαρτίες καὶ ἡ πλεονεξία ἐπιφέρουν καταστροφικὰ ἀποτελέσματα

Saint_Paul_5__29569.1413670613.1000.1200_grande.jpeg

Ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος γράφει μεταξὺ ἄλλων τὰ ἑξῆς προτρεπτικὰ στοὺς Ἐφεσίους, καὶ δι΄ αὐτῶν στοὺς Χριστιανοὺς ὅλων τῶν ἐποχῶν:

«Πορνεία δὲ καὶ πᾶσα ἀκαθαρσία ἤ πλεονεξία μηδὲ ὀνομαζέσθω ἐν ὑμῖν, καθὼς πρέπει ἁγίοις, καὶ αἰσχρότης καὶ μωρολογία ἤ εὐτραπελία, τὰ οὐκ ἀνήκοντα, ἀλλὰ μᾶλλον εὐχαριστία. Τοῦτο γάρ ἐστε γινώσκοντες, ὅτι πᾶς πόρνος ἤ ἀκάθαρτος ἤ πλεονέκτης, ὅς ἐστιν εἰδωλολάτρης, οὐκ ἔχει κληρονομίαν ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ. Μηδεὶς ὑμᾶς ἐξαπατάτω κενοῖς λόγοις· διὰ ταῦτα γὰρ ἔρχεται ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῆς ἀπειθείας. Μὴ οὖν γίνεσθε συμμέτοχοι αὐτῶν» (Ἐφ. ε’ 3-7).

Κάθε αἰσχρότητα καὶ αἰσχρολογία ὄχι μόνο δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχει, ἀλλὰ οὔτε καὶ νὰ ἀναφέρεται μεταξὺ τῶν πιστῶν, ποὺ καλοῦνται στὴν ἁγιότητα. Κάθε πόρνος, διεστραμμένος, καὶ πλεονέκτης, δηλαδὴ εἰδωλολάτρης, δὲν θὰ κληρονομήσει Βασιλεία Θεοῦ. Ἀπ΄ αὐτοὺς εἶναι ποὺ ἔρχεται ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ· μὴ γίνεσθε λοιπὸν συγκοινωνοὶ τῆς αἰσχρῆς διαγωγῆς τους.

Ἐνῶ προηγουμένως (στ. 2) ἔγινε προτροπὴ στοὺς πιστοὺς νὰ βαδίζουν μὲ ἀγάπη, τώρα ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος τονίζει ὅσα δὲν εἶναι ἀγάπη, δὲν ἔχουν ἀγάπη καὶ δὲν ὁδηγοῦν στὴν ἀγάπη. Ἡ πορνεία, ὅπως καὶ κάθε σαρκικὴ ἐκτροπὴ καὶ διαστροφή, ἀλλὰ καὶ ἡ πλεονεξία, ἡ μανία τοῦ χρήματος καὶ τῆς ἀποκτήσεως μὲ κάθε μέσον καὶ τρόπο ὑλικῶν ἀγαθῶν, εἶναι ἀντίθετα στὴν ἀληθινὴ ἀγάπη. Μάλιστα, παρατηρεῖται τὸ τραγικὸ φαινόμενο, ὅτι γιὰ τὴν ἐπιτέλεση καὶ καλλιέργεια τῶν ὀλεθρίων αὐτῶν παθῶν, γίνεται συνήθως ἐπίκληση τοῦ ὑψηλοῦ καὶ ἱεροῦ ὀνόματος τῆς ἀγάπης! Ὅμως, δὲν πρόκειται γιὰ ἀγάπη, παρὰ γιὰ συγκάλυψη ἐμπαθείας καὶ ἐγωϊσμοῦ.

***

Ἀπὸ τὸ «ἐπιθυμητικὸ» τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου, ἀπὸ ὅπου θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναβλύζει ἀγάπη γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον, ὅταν αὐτὸ χαλάσει καὶ διαστραφεῖ τότε ἐκπηγάζουν ἀπὸ ἐκεῖ ἀκάθαρτα πάθη, τὰ ὁποῖα κυριαρχοῦν καὶ ἀπαιτοῦν ἱκανοποίηση, ἄν δὲν ἀντιμετωπισθοῦν καὶ περιορισθοῦν καταλλήλως. Οἱ ἀνεξέλεγχτες ἐπιθυμίες γιὰ ἀπόλαυση καὶ ἱκανοποίηση σαρκικὴ καὶ ὑλική, γιὰ ὡραῖα καὶ ἄσεμνα σώματα καὶ γιὰ ἀγαθὰ τοῦ κόσμου τούτου (χρήματα καὶ κτήματα), ὁδηγοῦν σὲ παράχρηση, σὲ κάθε ἀκολασία καὶ αὐθαιρεσία. Καθιστοῦν τὸν ἄνθρωπο ὑποχείριο ἐμπαθείας, ἀκάθαρτο καὶ μολυσμένο, ὥστε νὰ ἀδυνατεῖ νὰ ἔχει θεογνωσία, ἀληθινὴ μετάνοια καὶ κοινωνία μὲ τὸν Θεό. Τόσο δυνατὰ καταλαμβάνουν τὸν ἄνθρωπο οἱ ἀκάθαρτες ἐπιθυμίες, ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικά, ὥστε αὐτὲς νὰ διανοεῖται, σὲ αὐτὲς νὰ εἶναι δοσμένη ἡ καρδιά του, αὐτὲς νὰ ποθεῖ, αὐτὲς νὰ φαντάζεται, ὀνειρεύεται καὶ ὑπηρετεῖ, γι΄ αὐτὲς συνεχῶς νὰ θέλει νὰ ὁμιλεῖ καὶ νὰ διηγεῖται, αὐτὲς νὰ ἐπιδιώκει καὶ παρακολουθεῖ, μ΄ αὐτὲς νὰ ἀσχολεῖται καὶ σ΄ αὐτὲς νὰ ἀδολεσχεῖ.

Ὅμως, εἶναι πασιφανὲς ὅτι αὐτὴ ἡ νοσηρὴ κατάσταση δὲν ἔχει καμμία σχέση μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ μὲ τὴν ἁγιοσύνη ποὺ Αὐτὸ μεταδίδει. Ἡ ἡδυπάθεια καὶ φιληδονία βλάπτουν καὶ πληγώνουν πολὺ σοβαρὰ τὴν ψυχή, ἀποστεροῦν ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο τὴν παρρησία ἔναντι τοῦ Θεοῦ καὶ κόβουν τὴν προσευχὴ καὶ τὴν διάθεση γιὰ πνευματικὸ ἀγῶνα.

Τὰ μεγάλα πάθη ἀρχίζουν πάντοτε μὲ μικρά, ἀλλὰ καὶ διατηροῦνται καὶ μεταδίδονται μὲ τρόπους ποὺ φαίνονται ἀνάξιοι λόγου καὶ προσοχῆς: μὲ κατάλληλα λόγια (διότι ἀπὸ τὰ λόγια πηγαίνουμε στὰ πράγματα κατὰ τὸν Ἱερὸ Χρυσόστομο), μὲ κατάλληλες (ἤ μᾶλλον... ἀκατάλληλες) εἰκόνες, καὶ γενικὰ μὲ κατάλληλο ὑλικό, τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ προσάναμμα γιὰ τὸ πῦρ τῶν ἁμαρτωλῶν ἐκτροπῶν καὶ πτώσεων. Ἡ φλόγα τῶν ἐπιθυμιῶν τῆς σαρκὸς ἀνάβει μὲ κατάλληλες «σόκιν» διηγήσεις καὶ ἀστεῖα, ποὺ περιέχουν αἰσχρότητα καὶ ἀνοησία, βωμολοχία καὶ δῆθεν εὐφυολογία.

Αὐτὰ ὅλα τὰ τόσο κοινὰ καὶ διαδεδομένα, ποὺ ἐμφανίζονται μὲ τὸ κάλυμμα τοῦ «ἀστείου» καὶ τοῦ «ψυχαγωγικοῦ», καθόλου δὲν ἁρμόζουν καὶ δὲν πρέπει νὰ ἔχουν καμμία σχέση μὲ Χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι βαδίζουν τὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας καὶ ποθοῦν τὴν ἁγιότητα. Σὲ αὐτοὺς ἁρμόζει ἡ εὐχαριστία στὸν Θεὸ γιὰ τὶς ἀπεριόριστες καὶ ἀνέκφραστες δωρεές Του.

***

Τί ὅμως νὰ ποῦμε γιὰ τὴν ἐποχή μας, ποὺ τὰ ὑπεκαύματα τῶν σαρκικῶν παθῶν καὶ τῆς πλεονεξίας προβάλλονται μὲ κάθε τρόπο καὶ μέσον; Στὰ χρόνια μας κυριαρχοῦν οἱ εἰκόνες, οἱ ὀθόνες, οἱ ἤχοι, τὰ χρώματα, τὰ σχήματα, ὅπου ὅλα ἤ σχεδὸν ὅλα -καὶ μάλιστα ἀκόμη καὶ στὸν χριστιανικὸ κόσμο καὶ χῶρο ἀπὸ ἀνθρώπινης πλευρᾶς, συντείνουν καὶ παραπέμπουν ὄχι στὴν εὐχαριστία καὶ τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ στὴν ἔξαψη τῶν παθῶν τῆς σαρκὸς καὶ τῆς πλεονεξίας.

Σήμερα ζοῦμε στὴν ἐποχὴ τῆς προβολῆς, ἡ ὁποία θέλει νὰ ἀποσπάσει τὴν προσοχὴ τῶν πολλῶν, νὰ δείξει μὲ κάθε κόστος τὴν εἰκόνα τοῦ σαρκικοῦ κάλλους, τοῦ προκλητικοῦ, τοῦ ἐμπαθοῦς, τοῦ ἡμίγυμνου ἤ γυμνοῦ, γιὰ νὰ ἀποσπάσει τὸν θαυμασμό, τὸν ἔπαινο, τὴν ἐπιθυμία, ἤ ἀκόμη καὶ τὴν ζήλεια καὶ τὸν φθόνο τῶν λοιπῶν· καὶ αὐτό, γιὰ νὰ κερδίσει καὶ νὰ καταλάβει μία ἀξιόλογη θέση στὸ βάθρο τῶν κοσμικῶν ἀξιῶν, ἀφοῦ ὅλοι καὶ κυρίως ὅλες συναγωνίζονται στὴν ἀτέρμονη προσπάθεια «καθιερώσεως» καὶ εἰ δυνατὸν «ἐπικρατήσεως». Καὶ τοῦτο, μὲ τὴν δικαιολογία νὰ μὴν μείνουμε πίσω, νὰ μὴν χάσουμε τὰ κεκτημένα, νὰ μὴν παραγκωνισθοῦμε καὶ ξεπέσουμε, νὰ μὴν κατηγορηθοῦμε, νὰ μὴν ἀποκλεισθοῦμε, νὰ μὴν ἀπορριφθοῦμε κ.ο.κ.

Διότι, αὐτὲς πλέον εἶναι οἱ συνθῆκες τοῦ κόσμου, αὐτοὶ οἱ ἄτεγκτοι νόμοι ἐπιβλήθηκαν καὶ διαμορφώθηκαν, αὐτὲς οἱ «ἀξίες» ἐπικράτησαν...

Περιττὸν νὰ θυμίσουμε, ὅτι ὅλα αὐτὰ δὲν συνιστοῦν μία πραγματικὴ ἐξέλιξη προόδου, ἀληθινοῦ πολιτισμοῦ καὶ πνευματικῆς ἀνόδου καὶ ὁλοκληρώσεως· ἀλλὰ ἕναν «θρίαμβο» κυριαρχίας τῶν παθῶν, μία ἐπιστροφὴ στὴν σύγχυση τῆς Βαβέλ, μία ἐπικράτηση τοῦ πονηροῦ κοσμοκράτορος, ὁ ὁποῖος ἀπομακρύνει ὅλο καὶ περισσότερο τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὸν σκοπὸ τῆς ὑπάρξεώς τους· κατορθώνει καὶ τοὺς ἐγκλωβίζει ὅλο καὶ περισσότερο στὸν στενὸ καὶ ἀσφυκτικὸ ὁρίζοντα τοῦ ἐνθάδε, ἀποστραγγίζοντας τὴν ψυχή τους ἀπὸ κάθε ζωτικότητα καὶ συγγένεια μὲ τὸ θεῖο, καὶ ὁδηγώντας τους στὸν ἐξανδραποδισμὸ καὶ τὴν ἀπώλεια.

Ἀπόστολος Παῦλος δὲν παύει νὰ θυμίζει τὴν βασικὴ θεία ἀρχή, σὲ ὅσους μποροῦν νὰ καταλάβουν καὶ νὰ ἐννοήσουν:

«Τοῦτο γάρ ἐστε γινώσκοντες, ὅτι πᾶς πόρνος ἤ ἀκάθαρτος ἤ πλεονέκτης, ὅς ἐστιν εἰδωλολάτρης, οὐκ ἔχει κληρονομίαν ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ».

Ἐφ΄ ὅσον αὐτὰ τὰ μοιραῖα πάθη τῆς σαρκὸς καὶ τοῦ χρήματος ἀποτελοῦν εἰδωλολατρία καὶ χωρίζουν ἀπὸ τὸν ζῶντα Θεὸ καὶ τὴν Βασιλεία Του, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν σωτηρία, ἀπορρίπτονται ἐντελῶς καὶ πλήρως.

***

Ἄς μὴν σᾶς ἀπατᾶ κανείς, τονίζει ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος, μὲ μάταιους καὶ ψεύτικους λόγους· γιὰ ὅλα τὰ ἀνωτέρω ἔρχεται ἡ «ὀργὴ τοῦ Θεοῦ», γιὰ ὅσους ἐξακολουθητικὰ ἁμαρτάνουν μὲ ἀμετανοησία. Ἀλλὰ καὶ μὴν γίνεσθε συμμέτοχοι μὲ ὁποιονδήποτε τρόπο αὐτῶν ποὺ περιπίπτουν σ΄ αὐτά, διότι θὰ σᾶς ἀναμένει ἡ ἴδια «ὀργὴ» ποὺ θὰ ἐπιπέσει σ΄ ἐκείνους. Διότι, σεῖς οἱ Χριστιανοὶ εἶσθε πλέον «φῶς ἐν Κυρίῳ» (στ. 7) καὶ ὀφείλετε νὰ βαδίζετε «ὡς τέκνα φωτὸς» (στ. 8), μὲ ἀρετή, ὡς καλὸ παράδειγμα γιὰ τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ καὶ ὡς ἔλεγχος γιὰ τοὺς ἀσεβεῖς.

ἐπαπειλούμενη «ὀργὴ Θεοῦ», ὅλα ὅσα καταστροφικὰ συνεπιφέρει ἡ ἀμετανόητη ἁμαρτία, καὶ μάλιστα αὐτὴ ποὺ διαπράττεται δημόσια καὶ ἀναίσχυντα, γιὰ νὰ καθιερωθεῖ καὶ ἐπικρατήσει καὶ ἐπιβραβευθεῖ, δὲν ἀφορᾶ μόνον στὴν Κρίση καὶ στὸν μέλλοντα αἰῶνα, ἀλλὰ καὶ στὸν παρόντα ἀκόμη αἰῶνα.

Βέβαια, ὁ λόγος περὶ «ὀργῆς Θεοῦ» εἶναι ἀνθρωποπαθής. Ὁ Θεός, ὡς ἀμετάβλητος καὶ ἀπαθής, δὲν ἀλλάζει τὴν ἀγαπητικὴ στάση καὶ διάθεσή Του, ἀλλὰ στὴν δικαιοσύνη Του ἐπιτρέπει καὶ παραχωρεῖ τὴν αὐτο-τιμωρία τοῦ ἀνθρώπου· ὅσο ὁ ἄνθρωπος ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν Θεό, καὶ μάλιστα μὲ τὰ προαναφερθέντα πάθη καὶ ἁμαρτήματα, τόσο οἱ συνέπειες τῆς ἀποστασίας του αὐτῆς τὸν τιμωροῦν καὶ βασανίζουν, διότι ἔτσι ἐπέλεξε. Οἱ ἔννοιες «ὀργὴ» καὶ «θυμὸς» Θεοῦ ἔχουν κυρίως παιδαγωγικὴ σημασία. Ὁ Θεὸς ἐπιθυμεῖ τὴν σωτηρία ὅλων τῶν ἀνθρώπων καὶ θέλει νὰ ἐπέλθει ἡ διόρθωση τῶν ἁμαρτωλῶν μέσῳ τῆς μετανοίας. Γι΄ αὐτὸ καὶ ἐπιτρέπει τὰ δεινά, γιὰ νὰ καθαρίσει τὴν ἁμαρτία. Ὁ «θυμὸς» λέγει ὁ Μ. Βασίλειος, παρομοιάζεται μὲ τὴν διάγνωση τοῦ ἰατροῦ, καὶ ἡ «ὀργὴ» μὲ τὴν χειρουργικὴ ἐπέμβαση, γιὰ τὴν ἴαση τοῦ ἀσθενοῦς, ὄχι γιὰ τὴν τιμωρία του. Ἀλλὰ ἡ μὴ διάθεση γιὰ ἴαση, φαίνεται σὰν «τιμωρία» τοῦ ἀμετανόητου ἁμαρτωλοῦ.

***

Εἶναι γνωστὸ ἀπὸ τὸ ἅγιο Εὐαγγέλιο, ὅτι ὅσο πλησιάζουν οἱ ἔσχατες ἡμέρες τῆς ἀνθρωπότητος, ἡ ἐποχὴ τοῦ Ἀντιχρίστου καὶ ἡ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, τόσο καὶ ἡ ἠθικὴ ἐξαχρείωση τῶν ἀνθρώπων θὰ αὐξάνει καὶ θὰ ἐντείνεται, ὅπως τὶς ἡμέρες τοῦ Νῶε καὶ τοῦ Λώτ, ποὺ ἡ ὀργιάζουσα ἁμαρτία τῶν ἀνθρώπων ἐξαλείφθηκε στὴν πρώτη περίπτωση μὲ κατακλυσμὸ ὕδατος καὶ στὴν δεύτερη περίπτωση μὲ βροχὴ πυρὸς (βλ. Λουκ. ιζ’ 26-30).

Καὶ μάλιστα, ὅσο πλησιάζουν οἱ ἡμέρες ἐκεῖνες, τόσο καὶ ἡ γενικὴ ἀκαταστασία τοῦ κόσμου, μέσῳ πολέμων καὶ φυσικῶν κακῶν (πεῖνες, ἐπιδημίες, σεισμοὶ κλπ.) θὰ αὐξάνει ἐπίσης ἁλματωδῶς (βλ. Ματθ. κδ’ 6-8, 24, 29).

Ἀπομένει νὰ φανοῦμε πιστοὶ καὶ σταθεροὶ στὶς δοκιμασίες καὶ τοὺς ἰσχυροὺς πειρασμοὺς ποὺ διερχόμαστε, μὲ φρόνημα μαρτυρικὸ καὶ γενναῖο, μὲ προσοχή, ἐγρήγορση καὶ σωφροσύνη, μὲ μετάνοια ἐν εὐχαριστίᾳ, γιὰ νὰ μὴν περιπίπτουμε στὴν ἀνομία καὶ ἀποστασία τοῦ χωρὶς Θεὸ κόσμου, ἀλλὰ οὔτε καὶ νὰ συμμετέχουμε σὲ αὐτήν· ὥστε, νὰ μὴν στερηθοῦμε τοῦ Δείπνου τῆς Βασιλείας στὴν γῆ καὶ στὸν οὐρανό: «Μακάριοι οἱ εἰς τὸ δεῖπνον τοῦ γάμου τοῦ Ἀρνίου κεκλημένοι» (Ἀποκαλ. ιθ’ 9).

προτροπὴ τοῦ Νυμφίου τῶν ψυχῶν μας εἶναι σαφής:

«Ἰδοὺ ἔρχομαι ὡς κλέπτης· μακάριος ὁ γρηγορῶν καὶ τηρῶν τὰ ἱμάτια αὐτοῦ, ἵνα μὴ γυμνὸς περιπατῇ καὶ βλέπωσι τὴν ἀσχημοσύνην αὐτοῦ» (Ἀποκαλ. ιστ’ 15)!...

+Ἐ.Γ.Κ.