Ἅγιοι Πάντες

«Βλαστοὺς Εὐαγγελίου καὶ καρποὺς ἀμαράντους,

χοροὺς Ἁγίων Πάντων εὐφημήσωμεν πάντες,

ἐν ὕμνοις καὶ ὠδαῖς πνευματικαῖς, μιμούμενοι αὐτῶν τὰς ἀρετάς,

καὶ ἀγῶνας τοὺς γενναίους ἀπὸ ψυχῆς, συμφώνως ἀνακράζοντες·

δόξα τῷ στεφανώσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ ἁγιάσαντι,

δόξα τῷ ἐν τῇ γῇ καὶ οὐρανῷ ὑμᾶς δοξάσαντι»

Ἀπολυτίκιον εἰς ἦχον α’ («Τοῦ λίθου σφραγισθέντος») ἐξ Ἁγιορειτικοῦ χειρογράφου

ἑορτὴ τῶν Ἁγίων Πάντων στὴν Ἐκκλησία μας ἑορτάζεται ἀπὸ τὸν δ΄ αἰῶνα. Δὲν πρέπει μάλιστα νὰ λησμονοῦμε ὅτι ὁ αἰῶνας αὐτὸς ὑπῆρξε τὸ λυκαυγὲς (χάραμα) τῆς εἰρήνης στὴν Ἐκκλησία. Τὸ αἱματηρὸ ὄργιο τῶν διωγμῶν σταμάτησε καὶ ἡ Ἐκκλησία ἀνῆλθε στὸ φῶς τῆς δημόσιας ζωῆς [ἀπὸ τὶς Κατακόμβες]. Τότε θεσπίσθηκε καὶ ὁ ἑορτασμὸς τῶν Ἁγίων Πάντων. Τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι συντέλεσαν στὸν ὁμαδικὸ ἑορτασμὸ ὅλων τῶν Ἁγίων σὲ μία ἡμέρα, τοὺς ἀναφέρει τὸ Πεντηκοστάριο.

AllSaints03

Κατὰ πρῶτον, λέγει, οἱ θειότατοι Πατέρες θέσπισαν νὰ τελεῖται ἡ παροῦσα ἑορτή, σὰν νὰ ἤθελαν νὰ δείξουν κατὰ κάποιον τρόπο, ὅτι ἡ παρουσία τοῦ Παναγίου Πνεύματος τέτοια πράγματα ἐνήργησε διὰ μέσου τῶν Ἀποστόλων, μὲ τὸ νὰ ἀναδείξει Ἁγίους καὶ σοφοὺς ἀπὸ τὸ ἀνθρώπινο εἶδος, καὶ γιὰ νὰ συμπληρώσει τὸ Ἀγγελικὸ ἐκεῖνο τάγμα, τὸ ὁποῖο ξέπεσε, τοὺς ὁδήγησε διὰ μέσου τοῦ Χριστοῦ πλησίον τοῦ Θεοῦ, ἄλλους μὲν διὰ τοῦ μαρτυρίου καὶ τοῦ αἵματος, ἄλλους δὲ διὰ τῆς ἀσκήσεως καὶ τῆς ἐναρέτου πολιτείας.

Κατὰ δεύτερον, λέγει, ἐπειδὴ πολλοὶ μὲν φάνηκαν εὐάρεστοι στὸν Θεὸ καὶ ἐξ αἰτίας τῆς ἀρετῆς τους παρέμειναν ἐντελῶς ἄγνωστοι μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, ἤ ἀκόμη καὶ ἐπειδὴ πολλοὶ κήρυξαν τὸ Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ στοὺς Ἰνδούς, στοὺς Αἰγυπτίους καὶ τοὺς Ἄραβες, καὶ στὴν Μεσοποταμία καὶ τὴν Φρυγία, καὶ στὶς χῶρες, οἱ ὁποῖες βρίσκονται πάνω ἀπὸ τὸν Εὔξεινο Πόντο, ἀκόμη δὲ καὶ σὲ ὅλη τὴν Δύση, μέχρι τὰ Βρεταννικὰ νησιὰ καὶ γενικὰ στὴν Ἀνατολὴ καὶ στὴν Δύση, δὲν ἦταν εὔκολο ἕνεκα τοῦ πλήθους νὰ τοὺς τιμήσουμε ὅλους αὐτοὺς καθὼς ἔπρεπε.

Τρίτος ἐπίσης λόγος φαίνεται πὼς εἶναι ἡ ἀνάγκη, ὅπως ὅλοι οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας ἑορτάζονται σὲ μία ἡμέρα, γιὰ νὰ φαίνεται ὅτι ὅλοι ἀγωνίσθηκαν γιὰ τὸν αὐτὸ σκοπὸ καὶ στεφανώθηκαν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία.

ορτάζουμε λοιπὸν μαζὶ ὅλους τοὺς Ἁγίους, συνεχίζει τὸ Πεντηκοστάριο, αὐτοὺς τοὺς ὑψηλότατους καὶ ἁγιώτατους νόες, δηλαδὴ τὰ ἐννέα τάγματα [τῶν Ἀγέλων], τοὺς Προπάτορες καὶ Πατριάρχες, τοὺς Προφῆτες καὶ τοὺς Ἀποστόλους, τοὺς Ἱεράρχες καὶ Ἱερομάρτυρες, τοὺς Ὁσιομάρτυρες, τοὺς Ὁσίους καὶ Δικαίους καὶ ὅλες τὶς ὁμάδες τῶν Ἁγίων Γυναικῶν καὶ ὅλους τοὺς ἀγνώστους Ἁγίους, μαζὶ μὲ τοὺς ὁποίους θὰ σταθοῦν καὶ ἐκεῖνοι, ποὺ θὰ γίνουν [Ἅγιοι] στὸ μέλλον, πρὸ πάντων δὲ ἑορτάζουμε τὴν Ἁγία τῶν Ἁγίων, τὴν Κυρία μας καὶ Δέσποινα Θεοτόκο Μαρία τὴν Ἀειπάρθενο.

Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος σὲ μία Ὁμιλία του κατὰ τὴν ἑορτὴ τῶν Ἁγίων Πάντων, χαρακτηρίζει αὐτὴν ὡς «Μαρτύρων στράτευμα καὶ παράταξη, τοῦ στρατεύματος τῶν Ἀγγέλων, τὸ ὁποῖο εἶδε ὁ Πατριάρχης Ἰακὼβ [στὸ ὅραμα τῆς Κλίμακος] διόλου κατώτερο, ἀλλὰ ἐφάμιλλο αὐτοῦ καὶ ἴσο».

(Βλ. «Ἡ Φωνὴ τῆς Ὀρθοδοξίας», ἀρ.φ. 261 / 27-5-1957, σελ. 5, σὲ γλωσσικὴ ἁπλοποίηση)