Περὶ Νηστείας

Μὲ θεῖο ἐνθουσιασμὸ ὁ Ποιητὴς ἀπευθυνόμενος πρὸς τοὺς Ὀρθοδόξους Χριστιανοὺς κατὰ τὴν Κυριακὴ τῆς Τυρινῆς ἀνακράζει: «Τὸ στάδιον τῶν ἀρετῶν ἠνέωκται, οἱ βουλόμενοι ἀθλῆσαι εἰσέλθετε, ἀναζωσάμενοι τὸν καλὸν τῆς νηστείας ἀγῶνα· οἱ γὰρ νομίμως ἀθλοῦντες δικαίως στεφανοῦνται..., ὡς τεῖχος ἄρρηκτον κατέχοντες τὴν πίστιν, καὶ ὡς θώρακα τὴν προσευχήν, καὶ περικεφαλαίαν τὴν ἐλεημοσύνην· ἀντὶ μαχαίρας τὴν Νηστείαν, ἥτις ἐκτέμνει ἀπὸ καρδίας πᾶσαν κακίαν».

nhsteia1

Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι μὲ τὸν 69ο Κανόνα τους νομοθέτησαν τὴν Νηστεία τῆς ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς γιὰ ὅλους τοὺς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς, νὰ τὴν νηστεύουν κατὰ μίμησιν τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος, ὡς γνωστόν, νήστευσε στὴν ἔρημο 40 ἡμερονύκτια. Ἀρχίζει ἀπὸ τὴν Νηστεία τὸ κοσμοσωτήριο ἔργο του ὁ Ἰησοῦς ἀφ’ ἑνὸς γιὰ νὰ πληρώσει τὸ χρέος, τὸ ὁποῖο ὁ πρῶτος χοϊκὸς (χωματένιος) Ἀδὰμ ὤφειλε, καὶ ἀφ’ ἑτέρου γιὰ νὰ διδάξει ὅλους ὅσοι πιστεύουν σὲ Αὐτόν, ὅτι ὀφείλουν ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀρετὴ νὰ ἀρχίσουν τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τους.

Διότι, ἐπειδὴ προηγήθηκε ἡ πλάση τοῦ σώματος τοῦ Ἀδὰμ ἀπὸ τὸ θεῖο ἐμφύσημα, μὲ τὸ ὁποῖο δημιουργήθηκε ἡ ψυχή του, γι’ αὐτὸ εἶναι ἀνάγκη νὰ προηγοῦνται οἱ σωματικὲς ἀρετές, ὅπως ἡ νηστεία καὶ ἡ ὑπόλοιπη ἄσκηση τοῦ σώματος, ἀπὸ τὶς πνευματικὲς ἀρετές. Αὐτὸ βλέπουμε νὰ ἐφαρμόζεται σὲ ὅλους τοὺς Ἁγίους: στοὺς Προφῆτες, στοὺς ἁγίους Ἀποστόλους καὶ προπαντὸς στοὺς Ὁσίους.

Εἶναι ἀδύνατη ἡ ἀνάταση τῆς ψυχῆς, χωρὶς τὸν καθαρμὸ ποὺ ἔρχεται μὲ τὴν Νηστεία. Εἶναι ἀδύνατη ἡ ἁγνεία, μόνο μὲ θεωρητικὸ τρόπο, ὅσο ὑψηλὸς στὸν νοῦ καὶ ἄν εἶναι ὁ ἄνθρωπος, χωρὶς τὴν βοήθεια τῆς Νηστείας, μὲ τὴν ὁποίαν ἀφοῦ κατευνάζονται οἱ σωματικὲς ὁρμές, κατορθώνεται μὲ τὴν συνέργεια τῆς θείας χάριτος ἡ αὐτοκυριαρχία καὶ ἡ ἀπὸ αὐτὴν προερχόμενη ἁγνεία. Τὸ σκεῦος τῆς Ἐκλογῆς, ὁ θεῖος Ἀπόστολος Παῦλος, ὁ διαπρύσιος Κήρυκας τῆς Ἀληθείας, τὸ δοχεῖο ὅλης τῆς ἐν Χριστῷ γνώσεως, τὸ στόμα τοῦ Χριστοῦ, δὲν θαρροῦσε μόνο στὸ θεωρητικὸ μεγαλεῖο του, ἀλλὰ συνέθλιβε τὴν σάρκα του «ἐν νηστείαις πολλάκις» (Β’ Κορ. 11, 27), καὶ ἔλεγε: «ὑποπιάζω μου τὸ σῶμα καὶ δουλαγωγῶ, μήπως ἄλλοις κηρύξας αὐτὸς ἀδόκιμος γένωμαι» (Α’ Κορ. 9, 27).


Πόσο μακρυὰ βρίσκονται οἱ καταφρονητὲς τῆς Νηστείας! Ὤ! Πόσων πνευματικῶν ἀγαθῶν στεροῦνται! ὁ θεῖος Ὑμνωδὸς ὡς δωρεὰ τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους θεωρεῖ τὴν Νηστεία.

«λαμψεν ἡ χάρις Σου, Κύριε, ἔλαμψεν ὁ φωτισμὸς τῶν ψυχῶν ἡμῶν· ἰδοὺ καιρὸς εὐπρόσδεκτος, ἰδοὺ καιρὸς μετανοίας», ψάλλει κατανυκτικώτατα ἡ Ἐκκλησία μὲ τὴν ἔναρξη τῆς ἁγίας Νηστείας, τὸ στάδιο τῆς ὁποίας εἶναι ἀνέκφραστη εὐχαρίστηση, γιὰ ὅσους μὲ χαρὰ κλίνουν τὸν αὐχένα στὸν ἀγαθὸ ζυγὸ τοῦ Κυρίου.

nhsteia2 νόμος τοῦ Θεοῦ συνιστῶντας Νηστεία, δὲν ἐννοεῖ μόνο τὴν σωματική, ἀλλὰ καὶ τὴν πνευματική, ἡ ὁποία εἶναι ἀποχὴ ἀπὸ κάθε ἁμάρτημα. Γιὰ αὐτήν, τὴν πνευματική, ἔχει συσταθεῖ ἡ σωματική, ἐπειδή, ὅπως ἔχει λεχθεῖ προηγουμένως, καθίσταται ἀδύνατη ἡ κατόρθωση τῆς πρώτης, τῆς πνευματικῆς, χωρὶς τὴν δεύτερη, τὴν σωματική. Γι’ αὐτὸ καὶ κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἁγίας Νηστείας μᾶς συμβουλεύουν μὲ τὸ μέλος τους τὰ ἀηδόνια τῆς Ὀρθόδοξης Χριστιανικῆς Ὑμνογραφίας ὡς ἑξῆς: «Νηστεύοντες, ἀδελφοί, σωματικῶς, νηστεύσωμεν καὶ πνευματικῶς· λύσωμεν πάντα σύνδεσμον ἀδικίας,... δώσωμεν πεινῶσιν ἄρτον, καὶ πτωχοὺς ἀστέγους εἰσαγάγωμεν εἰς οἴκους...». «Νηστείαν, οὐκ ἀποχὴν βρωμάτων (τροφίμων) μόνον τελέσωμεν, ἀλλὰ παντὸς πάθους ὑλικοῦ ἀλλοτρίωσιν», καὶ πάλι: «Νηστεύσωμεν νηστείαν δεκτήν, εὐάρεστον τῷ Κυρίῳ· ἀληθὴς νηστεία, ἡ τῶν κακῶν ἀλλοτρίωσις (ἀποξένωσις), ἐγκράτεια γλώσσης, θυμοῦ ἀποχή, ἐπιθυμιῶν χωρισμός, καταλαλιᾶς, ψεύδους καὶ ἐπιορκίας...».

δὲ μεγαλοφωνότατος Προφήτης Ἡσαΐας λέει ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ: «οὐ ταύτην τὴν νηστείαν ἐγὼ ἐξελεξάμην· οὐδ’ ἄν κάμψῃς ὡς κρίκον τὸν τράχηλόν σου, καὶ σάκκον καὶ σποδὸν ὑποστρώσῃς, οὐδὲ οὕτω καλέσετε νηστείαν δεκτήν... (χωρὶς τὸ ἔλεος πρὸς τὸν πλησίον)» (Ἡσ. 58, 1-11).

Μὲ τὴν Νηστεία οἱ Νινευΐτες ἐξιλέωσαν τὸν Θεό. Μὲ τὴν Νηστεία ὁ Μωϋσῆς ἔγινε θεόπτης. Μὲ τὴν Νηστεία οἱ ἅγιοι τρεῖς Παῖδες ἔσβησαν τὴν φλόγα τῆς καμίνου. Μὲ τὴν Νηστεία ὁ Προφήτης Δανιὴλ ἔφραξε τὰ στόματα τῶν λιονταριῶν. Προηγοῦνταν Νηστεία πρὶν ἀπὸ τὶς Ἀποστολικὲς περιοδεῖες: «τότε νηστεύσαντες καὶ προσευξάμενοι» (Πράξ. 13, 2). Νηστεύοντας ὁ Κορνήλιος ὁ ἑκατόνταρχος εἶδε τὸν Ἄγγελο τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος τοῦ δίδαξε τὸν τρόπο τῆς σωτηρίας (Πράξ. 10, 30). «Ἐν νηστείαις καὶ δεήσεσι λατρεύουσα τὸν Θεὸν Ἄννα ἡ προφῆτις» ἀξιώθηκε νὰ δεῖ τὸν Σωτῆρα σὰν Βρέφος στὸ Ἱερὸ (Λουκ. 2, 37). «Καὶ τί ἔτι λέγω; ἐπιλήψει γάρ με διηγούμενον ὁ χρόνος» τὰ κατορθώματα τῆς Νηστείας. Αὐτὴ μὲ λίγες λέξεις «τῆς ψυχῆς κατευνάζει τὰ οἰδήματα, καὶ τῷ Δεσπότῃ καταλάσσει (συμφιλιώνει) τοὺς πταίσαντας». Ἄς τὴν ὑποδεχθοῦμε μὲ εὐφροσύνη, ὡς δῶρο θεόσδοτο.

πὸ τὴν ὑποχρέωση τῆς Νηστείας ἀπαλλάσσονται μόνον οἱ βαρειὰ ἀσθενεῖς, γιὰ τοὺς ὁποίους γνωματεύει εὐσεβὴς ἰατρός, ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ κατάλυση [καὶ δίνει τὴν ἄδεια γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Πνευματικός].

λοι, ὅπως οἱ Νινευΐτες, ἄς προχωρήσουμε στὸ στάδιο τῆς Νηστείας μὲ δεήσεις κατανυκτικές, γιὰ νὰ ἀξιωθοῦμε τῆς ἐν Χριστῷ ἀνεκλάλητης ἀγαλλιάσεως στὴν Ἀνάστασή Του!

«Ἡ Φωνὴ τῆς Ὀρθοδοξίας», ἀρ.φ. 411 / 11-2-1963, σελ. 2-3
(μὲ ἀπόδοση στὴν νέα ἐλληνική).