Ἀείμνηστος Γέρων Θεολόγος Μοναχὸς

Ἐπὶ τῇ ἑορτῇ τῆς Μεταστάσεως τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, δημοσιεύουμε ἐνδεικτικὲς θαυμαστὲς διηγήσεις σχετικὰ μὲ ἕνα ἐκλεκτὸ τέκνο τῆς Ἐκκλησίας μας, τὸν Νικόλαο Χατζηγιαννάκη, γεννηθέντα τὸ ἔτος 1913 ἤ 1914 στὸν Κολωνὸ Ἀθηνῶν, κατὰ σάρκα πατέρα τῆς Μοναχῆς Ξένης, Καθηγουμένης σήμερα τῆς Ἱερᾶς Γυναικείας Μονῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Θρακομακεδόνων Πάρνηθος Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος μετὰ τὴν κοίμηση τῆς εὐλαβοῦς συζύγου του Κωνσταντίνας (+1962) ἀξιώθηκε νὰ λάβει τὸ Μοναχικὸ Σχῆμα μὲ τὸν ὄνομα τοῦ Θεολόγου Εὐαγγελιστοῦ καὶ ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ τὸ ἔτος 2005.

 

agiosioannisotheologos
Γιὰ τὸν τρόπο ἐπιλογῆς τοῦ ὀνόματός του, ὑπάρχει ἡ ἑξῆς θαυμαστὴ καταγεγραμμένη διήγηση:



Τὸ πρῶτο ταξίδι στὴν Πάτμο

Γέροντας ἐπισκέφθηκε τὴν Πάτμο γιὰ πρώτη φορὰ στὶς 12 Ἰουλίου τοῦ 1970. Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ταξιδιοῦ ἔπαθε τὸ πρῶτο ἔμφραγμα. Προσευχήθηκε θερμὰ στὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Θεολόγο, στὸν ὁποῖο εἶχε καὶ ἰδιαίτερη εὐλάβεια καὶ εἶχε τὴν ἑξῆς ἀποκάλυψη.

Εἶδε μιὰ γηραλέα μορφὴ νὰ τοῦ λέει: «Ἔλα, ἔλα, ἔλα! Νὰ ἔλθεις!».
Ὁ Γέροντας, ποὺ κατάλαβε ὅτι ἦταν ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος ἀπὸ τὴν ὁμοιότητά του μὲ τὶς Εἰκόνες του, τὸν παρακάλεσε: «Ἀξίωσέ με νὰ γίνω Μοναχός!».
– «Θὰ γίνεις!», τοῦ εἶπε ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης.
– «Καὶ τὶ ὄνομα θὰ πάρω, Ἅγιέ μου;».
– «Θεολόγος», τοῦ ἀπάντησε ὁ Ἠγαπημένος Μαθητής.
– «Ἔγινε, ἔγινε, Ἅγιέ μου! Νὰ μοῦ ζήσεις! Εἶσαι ἡ χαρά μου!», φώναξε μὲ ἐνθουσιασμὸ ὁ πατὴρ Θεολόγος, τότε λαϊκὸς ἀκόμη, ποὺ πάντα εἶχε τὴν ἀθωότητα, τὴν ἁγνότητα καὶ τὸν αὐθορμητισμὸ ἑνὸς μικροῦ παιδιοῦ.

λλωστε, εἶναι γνωστὸ ὅτι ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν ἔχει πόρτα χαμηλή. Γιὰ νὰ μπεῖς, πρέπει ἤ νὰ σκύψεις ἤ νὰ εἶσαι παιδί.

 

Ἡ Κουρὰ τοῦ Γέροντα

 
Στὶς 13 Αὐγούστου τοῦ 1973, τρία χρόνια μετὰ τὸ ταξίδι του στὴν Πάτμο, ὁ Γέροντας κείρεται Μοναχὸς καὶ λαμβάνει τὸ ὄνομα τοῦ Ἠγαπημένου Μαθητοῦ τοῦ Κυρίου μας.

ἀπέραντη χαρὰ τῆς συζύγου του, ποὺ βρισκόταν στὸν Οὐρανό, μαρτυρεῖται ἀπὸ τὴν Ἀδελφὴ Χριστοδούλη (κατὰ κόσμον Φωτεινή), ποὺ μόναζε στὴν Μονὴ Παναγίας τῆς Μυρτιδιωτίσσης στὴν Ἡλιούπολη. Τὸ ἴδιο βράδυ τῆς χειροτονίας τοῦ πατρὸς Θεολόγου, ἡ σεβάσμια Μοναχὴ εἶδε στὸν ὕπνο της τὴν μακαριστὴ Κωνσταντῖνα, σ’ ἕνα φωτεινότατο μέρος μὲ ὁλόλευκα ροῦχα καὶ μὲ ἕνα στεφάνι στὸ κεφάλι της ἀπὸ λευκὲς μαργαρίτες νὰ τῆς λέει μὲ ἐνθουσιασμὸ καὶ συγκίνηση: «Σήμερα ὁ Νῖκος μοῦ κάνει τὸ μεγαλύτερο δῶρο ποὺ θὰ μποροῦσε ποτὲ νὰ μοῦ κάνει!».

Κατάπληκτη ἡ Μοναχὴ ξύπνησε καὶ σημείωσε τὴν ἡμερομηνία. Μετὰ ἀπὸ ἀρκετὸ καιρὸ εἶδε μὲ χαρὰ τὸν πατέρα Θεολόγο, καὶ ἀμέσως ἐνεθυμήθη τὸ ὄνειρο, καὶ τὴν σημειωμένη ἡμερομηνία· γι’ αὐτὸ ρώτησε πότε ἔγινε ἡ χειροτονία του· καὶ μὲ ἐνθουσιασμὸ ἔμαθε ὅτι τὴν νύκτα ποὺ εἶδε τὸ ὄνειρο γινόταν ἡ χειροτονία τοῦ πατρὸς Θεολόγου στὸν Ἱερὸ Ναὸ τῆς Παναγίας τῆς Γλυκοφιλούσας στὸν Περισσό.

Εἶχε ἔρθει ἡ ὥρα ὁ πατὴρ Θεολόγος νὰ ἐκπληρώσει τὸ τάμα του νὰ γίνει Μοναχός. Καὶ ἡ χαρὰ τῆς Κωνσταντίνας δὲν τελείωσε ἐκεῖ. Συνεχίστηκε ὅταν ἀκολούθησε τὸν πατέρα της στὸ Ἀγγελικὸ Σχῆμα καὶ ἡ μονάκριβη κορούλα τους, ἡ Εὐαγγελία [ἡ νῦν Μοναχὴ Ξένη Καθηγουμένη, ἡ ὁποία ἐκάρη στὶς 25 Φεβρουαρίου τοῦ 1980, Κυριακὴ τῆς Σταυροπροσκυνήσεως]. (Βλ. Οὐρανίας Δεληγιάννη, Φιλολόγου, Ὁ Γέρων Θεολόγος, Ἀθήνα 2009, σελ. 57-59).

3a

μως, ὁ μακαριστὸς Γέρων Θεολόγος ἦταν ἀπὸ τὴν νεότητά του ἕνας ἔνθερμος ἀκόλουθος τοῦ Πατρίου Ἡμερολογίου καὶ ὁ Κύριός μας τὸν ἀξίωσε νὰ συμμετάσχει σὲ ὁμολογιακοὺς ἀγῶνες ὑπὲρ τῆς Πατρώας Παραδόσεως, μὲ φρόνημα μαρτυρικό. Δέχθηκε Ὁμολογιακοὺς στεφάνους καὶ ἀξιώθηκε μάλιστα καὶ ἐκπληκτικῶν θεοσημειῶν, εἰς μαρτυρίαν τοῦ δικαίου Ἀγῶνος μας καὶ τῆς καθαρότητος τῆς καρδίας του.

να ἐπίσης καταγεγραμμένο ἐνδεικτικὸ γεγονὸς παραθέτουμε:

 

Ὁ Ἐπιτάφιος τῆς Ἀγγελικῆς Δόξας

 
ταν Μεγάλη Παρασκευὴ [στὰ χρόνια τοῦ φοβεροῦ διωγμοῦ τῆς Ἐκκλησίας μας στὶς ἀρχὲς τοῦ ’50] καὶ οἱ πιστοὶ τοῦ Πατρίου Ἡμερολογίου εἶχαν στολίσει Ἐπιτάφιο στὸ Μενίδι μὲ τὴν ἐπίβλεψη τῆς Γερόντισσας Θέκλας καὶ μὲ τὸν θερμὸ ἀγωνιστὴ Δημήτρη Δαμάσκο καὶ συγκεντρώθηκαν στὸν Ἅγιο Κωνσταντῖνο στὸν Πειραιᾶ κοντὰ στὸ Δημαρχεῖο.


πατὴρ Αὐξέντιος, ὁ μετέπειτα Ἀρχιεπίσκοπος τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, βρισκόταν μέσα σὲ ἕνα φορτηγάκι μὲ τὸν Ἐπιτάφιο, ὁ ὁποῖος στὴν πρόσοψη εἶχε γραμμένη μὲ βιολέτες τὴν ἐπιγραφή: «Ὀρθοδοξία ἤ Θάνατος». Οἱ πιστοὶ εἶχαν συνεννοηθεῖ ὁ Ἐπιτάφιός τους νὰ βγεῖ ταυτόχρονα μὲ τὸν Ἐπιτάφιο τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου Πειραιῶς.


Τὸ σύνθημα ἐδόθη καὶ οἱ πιστοὶ ξεκίνησαν ψάλλοντας τό: «Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ». Οἱ πιστοὶ ὅλο καὶ πλήθαιναν, διότι καθ’ ὁδὸν ὁ κόσμος ἐρωτοῦσε ποιὸς Ἐπιτάφιος εἶναι καὶ οἱ πιστοὶ ἀπαντοῦσαν ὅτι εἶναι τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερολογίου. Ἀκούγοντας τὸ Παλαιὸ Ἡμερολόγιο ὁ ἕνας ἔλεγε στὸν ἄλλο: «ἐδῶ παιδιά»! Τὸν Ἐπιτάφιο τῶν Παλαιοημερολογιτῶν τίμησε καὶ ἄγημα τοῦ Ναυτικοῦ, μετὰ ὅμως ἀπὸ δύο ἤ τρία στενὰ διασταυρώθηκαν μὲ τὸν Ἐπιτάφιο τῆς Ἁγίας Τριάδος.


πατὴρ Αὐξέντιος πῆρε τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἔφυγε μέσα στὸ φορτηγάκι. Ἡ ἐπιγραφὴ «Ὀρθοδοξία ἤ Θάνατος» ἦταν ἡ ἀφορμὴ ποὺ ὁ τροχονόμος σταματώντας τὴν κυκλοφορία ἀνάμεσα στοὺς δύο Ἐπιταφίους διάβασε τὴν ἐπιγραφή. Εἰδοποιήθηκε ἡ Ἀστυνομία καὶ ὁ διοικητὴς ἔξαλλος ρωτοῦσε: «Μὲ ποιό δικαίωμα βγάλατε Ἐπιτάφιο; Ποιόν ρωτήσατε;».

κολούθησε συμπλοκή, ὁ Ἐπιτάφιος μαδήθηκε καὶ ὁ πατὴρ Θεολόγος [λαϊκὸς βέβαια ἀκόμη τότε] ἦταν μπροστάρης στὴν ὑπεράσπισή του. Μὲ τὴν βοήθεια ἑνὸς Παλληκαριοῦ πῆρε τὸν Ἐπιτάφιο στὰ χέρια του καὶ ἔτρεξε μαζί του στοὺς δρόμους, τραβώντας καὶ δύο πεισματάρικους ἀστυνομικούς, ποὺ δὲν ἤθελαν μὲ τίποτε νὰ ἀφήσουν τὸν Ἐπιτάφιο. Χαρούμενος πλέον ὁ πατὴρ Θεολόγος ποὺ κρατοῦσε στὰ χέρια του τὸν Ἐπιτάφιο ἔτρεχε μαζὶ μὲ τὸ Παλληκάρι ἀναγκάζοντας νὰ πέσει κάτω ἕνας ἀστυνομικὸς μέσα σὲ λασπόνερα, ὅπως ἦταν τότε ὅλες οἱ περιοχές, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς κεντρικοὺς δρόμους. Ὁ ἄλλος κρατοῦσε σθεναρὰ μέχρι νὰ ἀναγκασθεῖ λίγο ἀργότερα νὰ τὸ ἐγκαταλείψει καὶ ἐκεῖνος πέφτοντας κάτω καὶ κατασχίζοντας τὴν στολή του. Ἐλεύθεροι πλέον ἔτρεξαν ἀκόμη καὶ φθάνοντας σὲ ἕνα ἐρημικὸ χῶρο πίσω ἀπὸ μία διώροφη νεόκτιστη οἰκοδομὴ ἐπάνω στὰ μπάζα τοποθέτησαν τὸν Ἐπιτάφιο. Ἀμέσως μετὰ πιάστηκαν χέρι μὲ χέρι καὶ χοροπηδοῦσαν ἀπὸ τὴν χαρά τους.

Ξαφνικὰ ὅμως ὁ [λαϊκὸς ἀκόμη τότε] πατὴρ Θεολόγος εἶδε τὸ πανέμορφο Παλληκάρι νὰ γεμίζει φῶς! Τὸ πρόσωπό του ἔλαμπε πιὸ πολὺ καὶ ἀπὸ τὸν ἥλιο! Τὰ ἐνδύματά του ἔγιναν λευκὰ καὶ ὁλοφώτεινα καὶ σὰν Ἄγγελος ἄρχισε σιγὰ σιγὰ νὰ ἀνεβαίνει στὸν οὐρανό, κοιτώντας καὶ χαμογελώντας τὸν πατέρα Θεολόγο. Ἐκστατικὸς ὁ πατὴρ Θεολόγος κοιτοῦσε ἔκπληκτος! Τί τὸν ἀξίωσε ὁ Θεὸς νὰ ζήσει; Ποῦ βρισκόταν τώρα; Τί ἔβλεπε; Πόσο ἀνταμείβει ὁ Κύριος τοὺς ἀγωνιστές Του; Προγευόταν τὴν παραδείσια λάμψη βοηθώντας ἕναν Ἄγγελο τοῦ Χριστοῦ [ἤ καλύτερα βοηθούμενος ἀπὸ ἕναν Ἄγγελο τοῦ Χριστοῦ], καὶ κατάφερε νὰ διασώσει τὸν Ἐπιτάφιο τοῦ Κυρίου μας καὶ ἡ Ἀνάσταση ποὺ ἀκολούθησε ἦταν ἀλλιώτικη ἀπ’ τὶς ἄλλες!...

Μὴν ξέροντας ποὺ νὰ πάει, μεσάνυχτα καὶ σὲ ἄγνωστο μέρος, παρακάλεσε τὸν Χριστὸ νὰ τὸν ὁδηγήσει. Προχώρησε καὶ στὸ πρῶτο στενάκι ποὺ βρῆκε μπροστά του, ἔστριψε δεξιὰ καὶ εἶδε ὅτι εἶχε φθάσει στὸν ἠλεκτρικὸ σταθμό. Δόξα σοι ὁ Θεός! (Βλ. Οὐρανίας Δεληγιάννη, Φιλολόγου, Ὁ Γέρων Θεολόγος, Ἀθήνα 2009, σελ. 45-46).