Θεολογικοί σχολιασμοί καί Πατερικές θέσεις στήν Θεομητορική ἑορτή τοῦ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου

ΑΥΤΗ Η ΗΜΕΡΑ ΚΥΡΙΟΥ, ΑΓΑΛΛΙΑΣΘΕ ΛΑΟΙ

ὑπό π. Νικηφόρου Νάσσου

 

normal gentheotokou

ν ὅλες οἱ Ἑορτές τῆς πίστεώς μας εἶναι ἀφορμές χαρᾶς καί πνευματικῆς ἐξάρσεως καί ἀνατάσεως, ἀφοῦ, γιά μᾶς ἐπιτελοῦνται οἱ ἑορτές ἀπό τόν Θεό, κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό («ἡμῖν ὁ Θεός τάς ἑορτάς ἐκτετέλεκεν»), πολύ περισσότερο ἰσχύει αὐτό γιά τίς Θεομητορικές μνῆμες.

Καί τοῦτο διότι ἡ χαρά πολλαπλασιάζεται ἐξ ἀφορμῆς τοῦ ὅτι κατ᾿ αὐτές τιμᾶται ἡ αἰτία τῆς χαρᾶς, τῆς «παγκοσμίου χαρᾶς», ἡ Θεοτόκος, ἡ Μητέρα τοῦ «Ἀγενεαλογήτου Ἐμμανουήλ», ἡ «τήν γῆν οὐρανώσασα καί τό γένος θεώσασα», κατά τόν θεοφόρο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ. Αὐτήν ἀνέμενε ἡ ἀνθρωπότητα, τόν ὡραιότερο καρπό τῆς ἀνθρωπότητος, προκειμένου νά «ὑπουργήσει» κατά ἄνθρωπον στό μυστήριο τῆς σωτηρίας, πού ἀρχίζει μέ τήν Ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου, ὁ Ὁποῖος κατοίκησε μέσα της. Καί ὅπως ἀποτυπώνεται σέ ἕνα πατερικό κείμενο κατά τρόπο ἀνθρωποπρεπῆ, ὁ Θεός «ἔψαξε» σέ ὅλο τόν κόσμο καί δέν βρῆκε ὅμοια γυναῖκα μέ τήν Ὑπερευλογημένη Μαρία, γιά νά προσλάβει ἀπό αὐτήν τήν ἀνθρώπινη φύση μας! «Ψηλαφήσας ὁ Ὕψιστος ὅλον τόν κόσμον καί μή εὑρών ὁμοίαν σου μητέρα, ὡς ηὐδόκησεν, ἐκ σοῦ τῆς ἡγιασμένης ἄνθρωπος διά φιλανθρωπίαν γεννήσεται», γράφει ὁ Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως1. Ὄντως, ἡ Θεοτόκος εἶναι ἡ «κοσμογενής θελξίθεος κοσμογύναικα», κατά τήν ἐκπληκτική διατύπωση ἑνός ἀγνώστου συγγραφέως τοῦ 10ου αἰῶνος2. Κατά τόν καθηγητή τῆς Δογματικῆς π. Νικόλαο Λουδοβίκο, ἡ Παναγία ὑπῆρξε «θελξίθεος», «ἀκριβῶς ὡς <κοσμογύναικα>, ὡς κατοικητήριο κενωτικό σύμπαντος τοῦ κτιστοῦ εἶναι» καί ὡς «τόπος ὅλης τῆς Δημιουργίας»3.


Κατά τόν μῆνα Σεπτέμβριο καθόρισε ἡ Ἐκκλησία νά ἑορτάζεται γηθοσύνως τό ἱερό Γενέσιο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, «δι᾿ ἧς ἀνεπλάσθημεν οἱ γηγενεῖς καί ἀνεκαινίσθημεν ἐκ τῆς φθορᾶς, πρός ζωήν τήν ἄληκτον»4. Αὐτή ἡ ἑορτή «ἐβλάστησε» ὅλες τίς ἑορτές τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὅπως τήν ρίζα ἑνός δένδρου τήν θεωροῦμε αἰτία τοῦ κορμοῦ, τῶν κλάδων, τοῦ ἄνθους και τοῦ καρποῦ καί χωρίς τήν ρίζα δέν ὑπάρχει τίποτε ἀπό τά ὑπόλοιπα, ἔτσι, χωρίς τήν γέννηση τῆς Θεοτόκου δέν θά εἴχαμε καμία ἑορτή τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ καί κατ᾿ ἐπέκταση τῶν Ἁγίων.

ἑορτή τοῦ Γενεσίου κατά τήν ὀγδόη τοῦ μηνός Σεπτεμβρίου μαρτυρεῖται συνοπτικῶς στήν λεγομένη «Ἀπόκρυφη παράδοση», στό λεγόμενο Πρωτευαγγέλιο τοῦ Ἰακώβου5. Κατά τήν παλαιά παράδοση, ἡ πατρική οἰκία τῆς Θεοτόκου στά Ἱεροσόλυμα, στήν ὁποία ἦρθε στήν ζωή ἡ «Πανάμωμος κόρη», βρισκόταν κοντά στήν προβατική κολυμβήθρα τῆς Βηθεσδᾶ, στήν πύλη εἰσόδου τῶν ποιμνίων στά Ἱεροσόλυμα, ἐκεῖ ὅπου ὁ Κύριός μας θεράπευσε τόν ἐπί 38 ἔτη ἀναμένοντα τήν θεραπεία του παραλυτικό. Αὐτή ἡ παλαιά παράδοση εἶναι γνωστή τόν 9ο αἰῶνα, ὅπως μαρτυρεῖται ἀπό λόγο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, πού ἀναφέρει ὅτι «ἐτέχθη ἡμῖν μήτηρ Θεοῦ ἐν ἁγίᾳ προβατικῇ»6. Ὁ ἴδιος τήν προσφωνεῖ ὡς ἑξῆς: «Χαίροις, προβατική, τῆς τοῦ Θεοῦ μητρός τό ἱερώτατον τέμενος»7. Καί ὅπως ἔχει ἐπισημανθεῖ, «ἡ συνάφεια τῆς προβατικῆς κολυμβήθρας μέ τό γεγονός τῆς γεννήσεως τῆς Θεοτόκου ἐμπερικλείει καί μιά μεταφορική ἀναλογία, ἐφόσον ἡ ἐν λόγῳ κολυμβήθρα ἀποτελοῦσε πηγή ἰάσεων, ἐνῶ ἡ γέννηση τῆς Θεοτόκου ἀποτελεῖ γεγονός προξενήσεως τῆς σωτηρίας»8.


Παραβλέποντας ἄλλα ἱστορικά περί τήν ἑορτή, θά ψαύσουμε τό θεολογικό της νόημα, ὅπως αὐτό διατυπώνεται μέσα στήν Ὑμνογραφία, ἀλλά καί στά Πατερικά κείμενα. Δέν πρέπει, μάλιστα, νά λησμονοῦμε, ὅτι οἱ Ἅγιοι Πατέρες καί ἐκκλησιαστικοί συγγραφεῖς οἱ ὁποῖοι συνέγραψαν θεομητορικούς λόγους, οὐσιαστικά θεολογοῦσαν ἀπλανῶς καί δογμάτιζαν ἀκριβῶς, γύρω ἀπό τό «μέγα τῆς εὐσεβείας μυστήριον»9, ἀφοῦ ἡ Κυρία Θεοτόκος ὑμνεῖται καί τιμᾶται πάντοντε ἐν ἀναφορᾷ πρός τό Χριστολογικό δόγμα καί τήν Ἐναθρώπιση τοῦ Λόγου, στήν ὁποία συνήργησε ὡς «ὑπουργός τοῦ τόκου» (ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας) μέ τήν κατά μέθεξιν Θεοῦ Ἁγιότητά της καί τήν θετική ἀπάντηση πρός τήν κλήση της. Ὅλο τό μυστήριο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου συνοψίζεται στό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ καί μέ αὐτό ἐξηγεῖται. Ἡ Θεοτόκος συνδέεται φυσικῶς μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό, ὡς Μητέρα του καί δογματικῶς γιά τήν Ἐκκλησία καί τήν ὀρθόδοξη σωτηριολογία. Ἔτσι ἐξηγεῖται τό γεγονός ὅτι οἱ θεομητορικοί Λόγοι δέν ἀποτελοῦν ρητορικά κείμενα τῆς ἐκκλησιαστικῆς Γραμματείας, ἀλλά συνιστοῦν τήν προέκταση τῆς δογματικῆς Θεολογίας, ὅπως ἐκφράστηκε στίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί τά ἀντιαιρετικά ἔργα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας10.

Τό γεγονός τοῦ ἱεροῦ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου καί ἡ θεολογική καί σωτηριολογική του σημασία παρουσιάζεται στά ἰδιόμελα τοῦ Ἐσπερινοῦ τῆς Ἑορτῆς, κυρίως στό πρῶτο, ὅπου λέγεται ποιητικῶς ὅτι ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος ἀναπαύεται στούς νοερούς θρόνους τοῦ πνευματικοῦ οὐρανοῦ, ἑτοίμασε τόν ἐπί γῆς ἅγιο θρόνο Του, πού εἶναι ἡ Παρθένος Μαρία, ἡ Μητέρα Του. «Σήμερον, ὁ τοῖς νοεροῖς θρόνοις ἐπαναπαυόμενος Θεός, θρόνον ἅγιον ἐπί γῆς ἑαυτῷ προητοίμασεν». Ὡς θρόνος καί κατοικία τοῦ Ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ προσαγορεύεται ἡ Παναγία ἀπό τούς Ὑμνογράφους καί ἀπό πολλούς Πατέρες, πού σκιρτοῦν «ἐν Πνεύματι», ὅταν θεολογοῦν σχετικά μέ τό κορυφαῖο γεγονός, τό κατά Δαμασκηνόν, «πάντων καινότατον, τό μόνον καινόν ὑπό τόν ἥλιον»11, τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου, «ἐκ τῶν ἁγνῶν και Παρθενικῶν αἱμάτων» τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί Μητρός Αὐτοῦ. Γι᾿ αὐτό καί τό γεγονός τῆς γεννήσεως τῆς Παρθένου εἶναι γεγονός χαρᾶς καί ἀγαλλιάσεως, ὅπως ψάλλουμε στό δεύτερο ἰδιόμελο τοῦ Ἑσπερινοῦ: «Αὕτη ἡ ἡμέρα Κυρίου, ἀγαλλιᾶσθε λαοί, ἰδού γάρ τοῦ φωτός ὁ νυμφών και ἡ Βίβλος τοῦ Λόγου τῆς ζωῆς ἐκ γαστρός προελήλυθε».

Εἶναι ὄντως ἑορτή πανανθρώπινης χαρᾶς καί ἀγαλλιάσεως τό Γενέσιο τῆς Παρθένου Μαρίας, διότι ἀπό τήν εὐλογημένη Κόρη τῆς Ναζαρέτ ἐγεννήθη ὁ Λυτρωτής τοῦ κόσμου, ὁ Ὁποῖος «λύσας τήν κατάρα ἔδωκε τήν εὐλογίαν καί καταργήσας τόν θάνατον, ἐδωρήσατο ἡμῖν ζωήν τήν αἰώνιον», ὅπως λέγει τό Ἀπολυτίκιον τῆς Ἑορτῆς, πού συνοψίζει ὅλο τό πνευματικό νόημά της. Εἶναι δηλαδή ἡ ἑορτή αὐτή ἑορτή ἀναπλάσεως και ἀνακαινίσεως τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Οἰ Ὀρθόδοξοι ἑορτάζουμε τή γέννηση τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, γιατί «ἔλυσε τά δεσμά τοῦ Ἰωακείμ καί τῆς Ἄννης. Στούς Ἰσραηλῖτες ἦταν πολύ ἐπονείδιστο πρᾶγμα ἡ ἀτεκνία. Ἐνῶ ὁ Ἰωκείμ και ἡ Ἄννα ἦταν ἐνάρετοι ἄνθρωποι, ἀντί νά τούς ἐπαινοῦν οἱ ἄνθρωποι γιά τήν ἀρετή τους, τούς ἔβριζαν γιά τήν ἀτεκνία τους. Γι᾿ αὐτό ἔκλαιγαν καί παρακαλοῦσαν τόν Θεό καί θυμόντουσαν τόν Ἀβραάμ καί τή Σάρρα καί ὅλους τούς ἄλλους πού ὁ Θεός τούς ἔδωσε σέ μεγάλη ἡλικία παιδιά. Κατέφυγαν στόν Θεό μέ νηστεῖες καί προσευχές μέχρις ὅτου ὁ Θεός μέ θαυμαστό τρόπο τούς πληροφόρησε γιά τή γέννηση τῆς Θεοτόκου»12.

πό πλευρᾶς Πατερικῶν Ὁμιλιῶν σχετικά μέ τό Γενέσιο τῆς Θεομήτορος, ἔχουμε κάποιους Λόγους (τέσσερις) τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης, ὁ ὁποῖος καί εἰσήγαγε τήν ἑορτή αὐτή στήν Κωνσταντινούπολη τόν ἕβδομο αἰ. Ὁ Ἅγιος διατυπώνει εὐσύνοπτα καί θεολογικά τήν ἔννοια τῆς ἑορτῆς αὐτῆς, ἐξηγώντας μας γιατί αὐτή εἶναι ἀρχή, μέση καί τελευταία, καθώς καί πρώτη τῶν ἑορτῶν καί τῶν πανηγύρεων. «Ἀρχή μέν ἡμῖν ἑορτῶν, ἡ παροῦσα πανήγυρις· πρώτη δέ, τῶν πρός νόμον καί τάς σκιάς· καί μέντοι καί πρός τήν χάριν καί τήν ἀλήθειαν εἴσοδος. Ἔστι δέ αὐτή, καί μέση καί τελευταία· ἀρχήν μέν ἔχουσα τήν τοῦ νόμου περαίωσιν· μεσότητα δέ, τήν πρός τά ἄκρα συνάφειαν· τέλος δέ, τήν τῆς ἀληθείας φανέρωσιν…ἡ θεοχαρίτωτος αὕτη καί πρώτη τῶν ἑορτῶν ἡμέρα, κοινήν τῇ κρίσει τήν εὐφροσύνη προτίθεται»13. Ὁ Ἀνδρέας Κρήτης προσδίδει μεγάλο θεολογικό εὖρος στήν ἑορτή τοῦ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου, θεωρώντας τήν ἑορτή «κομβική» μεταξύ τῶν δύο Διαθηκῶν τοῦ Θεοῦ, Παλαιᾶς και Καινῆς, ἐφόσον ἡ γέννηση τῆς Παρθένου ἀποτελεῖ προϋπόθεση γιά τή γέννηση τοῦ Σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ14. Θεωρεῖ δέ, ὅτι «τό γεγονός τῆς γεννήσως τῆς Θεοτόκου ὑπενθυμίζει τήν Διαθήκη τοῦ Θεοῦ μέ τούς ἀνθρώπους, δηλαδή τήν πραγμάτωση τῆς σωτηρίας, ἀποδεικνύει τήν ἐπαλήθευση τῶν προφητειῶν καί φανερώνει τήν ὁλοκλήρωση τοῦ σχεδίου τῆς θείας Οἰκονομιας»15.

Τήν χαρά καί ἀγαλλίαση καθώς καί τήν ἔννοια τοῦ πανηγυρισμοῦ τοῦ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου θά διατυπώσει μέ ἄμετρη καλλιέπεια καί ἱερόν «ἀπαθές πάθος» θεομητορικό, ὁ χαριτώνυμος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὁ πρύτανις τῶν δογματικῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τήν πρώτη ἀκόμη πρόταση τοῦ Λόγου του στό ἱερό Γενέσιο τῆς Θεοτόκου. «Δεῦτε πάντα ἔθνη, πᾶν γένος ἀνθρώπων, καί πᾶσα γλῶσσα, και ἡλικία πᾶσα, καί ἅπαν ἀξίωμα, μετ᾿ εὐφροσύνης τό παγκοσμίου εὐφροσύνης γενέθλιον ἑορτάσωμεν»16. Νά σημειώσουμε δέ, ὅτι στόν τρίτο Λόγο του διαπιστώνουμε λεκτική ταύτιση μέ τήν μετέπειτα ὑμνολογική διατύπωση τῆς Ἐκκλησίας, περί τοῦ Γενεσίου τῆς Παρθένου. Συγκεκριμένα, ἡ φράση τοῦ Ἁγίου, «Σήμερον στειρωτικαί πύλαι ἀνοίγονται, καί πύλη παρθενική θεία προέρχεται» εἶναι ἴδια μέ τήν ἀρχή τοῦ τετάρτου Ἰδιόμελου τοῦ Ἑσπερινοῦ, πού ἔχει τήν ἴδια ἀκριβῶς διατύπωση. Ὁ Δαμασκηνός, ἡ «λύρα τοῦ Πνεύματος» βεβαιώνει μέ πόθο καί μέθεξη ψυχῆς ὅτι διά τοῦ γεγονότος τοῦ Γενεσίου τῆς Παρθένου, ὁ Θεός ἑτοιμάζεται νά εἰσέλθει σωματικῶς στήν ἀνθρωπινη ἱστορία, «ἐξ ἧς καί δι᾿ ἧς ὁ Θεός, ὁ πάντων τῶν ὄντων ἐπέκεινα, <εἰς τήν οἰκουμένην> σωματικῶς εἰσελεύσεται, κατά Παῦλον τόν τῶν ἀρρήτων ὑπήκοον»17. Ἄλλωστε, κατά τόν αὐτόν Πατέρα, ἡ Θεοτόκος, τήν ὁποία ἀποκαλεῖ «θυγάτριον ἀξιόθεον, τό κάλλος τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως», εἶναι ἡ ἐπιθυμητή τῶν αἰώνων! Ὁ χαριτώνυμος Ἰωάννης ἀπευθύνεται πρός τήν Παναγία, ὁμιλώντας μεταφορικῶς καί προσωποποιώντας τούς αἰῶνες, οἱ ὁποῖοι, λέγει, εἶχαν μεταξύ τους συναγωνισμό, γιά τό ποιός θά καυχηθεῖ ὅτι θά φέρει στή ζωή τήν εὐλογημένη Μαρία. «Ἡμιλλῶντο οἱ αἰῶνες ποῖος τῇ Σῇ ἐγκαυχήσεται γεννήσει, ἀλλ᾿ ἐνίκα τῶν αἰώνων τήν ἅμιλλαν ἡ προορισμένη Βουλή τοῦ Θεοῦ, τοῦ τούς αἰῶνας ποιήσαντος καί γεγόνασιν οἱ ἔσχατοι πρῶτοι τήν Σήν εὐμοιροίσαντες γέννησιν»18. Τό γεγονός αὐτό τῆς εἰσόδου στόν κόσμο τῆς Θεοτόκου «μεθᾷ νηφαλίως» τό ἱερό Πατέρα · δέν ἀντέχει τή μεγάλη χαρά, νικιέται ἀπό τά θαύματα, τό (θεῖο) πάθος τόν γεμίζει ἐνθουσιασμό. «Οὐ φέρω τήν ἡδονήν, νικῶμαι τοῖς θαύμασιν, ἔνθους ὑπό τοῦ πάθους γέγονα»19. Πῶς νά προχωρήσει, λέγει, στά ὑπόλοιπα τοῦ λόγου του; Ἀπορεῖ ὁ νοῦς του, ὀ φόβος καί ὁ πόθος τόν ἔχει χωρίσει στά δύο. Χτυπάει ἡ καρδιά του καί ἡ γλῶσσα του ἔχει δεθεῖ. «Ἀλλά πῶς τοῖς πρόσω προβήσομαι; Ἡ διάνοια μέν ἐξίσταται, φόβος δέ με καί πόθος κατεμερίσαντο. Ἡ καρδία πάλλει καί ἡ γλῶσσα πεπήδηται»20. Ἀλλά, λέγει, ἄς νικήσει ὁ πόθος, ἄς ὑποχωρήσει ὁ φόβος, ἄς ψάλλει ἡ κιθάρα τοῦ Πνεύματος. «Νικάτω ὁ πόθος, ὑποχωρείτω ὁ φόβος, ᾀδέτω ἡ κιθάρα τοῦ Πνεύματος· <εὐφραινέσθωσαν οἱ οὐρανοί καί ἀγαλλιάσθω ἡ γῆ>»21. Ἔτσι ζοῦσαν οἱ Ἅγιοι τό μυστήριο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου!

Τόν 14ο αἰῶνα, ἕνας ἄλλος «ἑστιάτωρ» τῆς πνευματικῆς τραπέζης τῆς Θεοτόκου, ὁ Νικόλαος Καβάσιλας θά παραθέσει ὡς πλούσια ἐδέσματα Ὁμιλίες θεομητορικές, μεταξύ δέ αὐτῶν, ἕναν θαυμάσιο Λόγο στήν Γέννηση τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ὅπου θα μᾶς ὑπογραμμίσει ὅτι κατά τήν ἑορτή αὐτή πανηγυρίζουμε «μεθ᾿ ἡδονῆς ἁπάσης», μέ πνευματική εὐφροσύνη καί ἀγαλλίαση. Καί δέν πανηγυρίζουμε, λέγει, μόνο τό Γενέσιο τῆς Θεοτόκου, ἀλλά ὁλοκληρης τῆς Οἰκουμένης. «Διά ταῦτα πανηγυρίζοντες μεθ᾿ ἡδονῆς ἁπάσης λαμπροί λαμπρῶς εἰς ταύτην ἀφικνούμεθα τήν ἡμέραν, ἐν ᾗ ταῦτα ἔλαβε τήν ἀρχήν, τήν γενέθλιον οὐ τῆς Παρθένου μᾶλλον ἤ τῆς οἰκουμένης ἁπάσης»22. Ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖον ὁ Καβάσιλας θεωρεῖ ὅτι αὐτή ἡ ἡμέρα εἶνα ἡ γενέθλιος ὅλης τῆς Οἰκουμένης, ἐξηγεῖται ἀπό τόν ἴδιο στήν Γ΄ Ὁμιλία του στή Γέννηση τῆς Θεοτόκου, ὅπου γράφει ὅτι ἡ Παρθένος, «καρπός τῶν κτισμάτων», ὁδηγεῖ ὁλόκληρη τήν κτίση στήν ἀνανέωση23. Ὁ ἴδιος θά γράψει ὅτι τώρα (μέ τήν Γέννηση τῆς Θεοτόκου) ἡ φύση τῶν ἀνθρώπων ἔλαβε διεισδυτικό ὀφθαλμό, τήν Παρθένο Μαρία, διά τοῦ ὁποίου ὀφθαλμοῦ ἔφθασε νά δεῖ τά μεγαλεῖα αὐτῆς τῆς ἡμέρας. «Νῦν ἡ φύσις τῶν ἀνθρώπων ἐνεργόν ἔλαβεν ὀφθαλμόν, ἐξ οὗ γέγονεν εἰς τήνδε τυφλώττουσα τήν ἡμέραν»24. Πράγματι, διά τῆς ἁμαρτίας, τῆς προπατορικῆς Πτώσεως ὁ ἄνθρωπος ἠμαυρώθη, ὑπέστη τήν πνευματική τύφλωση καί ἐστερήθη ὀφθαλμοῦ, προκειμένου νά βλέπει τήν δόξα τοῦ Κυρίου του. Τώρα, ὅμως, μέ τήν γέννηση τῆς Θεοτόκου, ἡ τυφλωμένη ἀνθρώπινη φύση ἀποκτᾷ τόν πνευματικό ὀφθαλμό, τήν πεφωτισμένη Παρθένο Μαρία, τήν «Μητέρα τοῦ φωτός».

Πολλοί Ἅγιοι ὕμνησαν τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, ὡς τήν «ἁγίων ἁγιωτέρα, καί ἱερῶν ἱερωτέρα, καί ὁσίων ὁσιωτέρα»25, ἀλλά λόγῳ τοῦ στενοῦ τοῦ χώρου δέν θά ἐπεκταθοῦμε ἐδῶ σέ ἄλλες ἀναλύσεις.

Εἴθε καί ἐμεῖς νά πανηγυρίζουμε πνευματικῶς – καί ὄχι κοσμικῶς – τά μεγάλα καί σωτηριώδη γεγονότα τῆς πίστεώς μας, τῶν ὁποίων ἀρχή ἀποτελεῖ τό ἱερό Γενέσιο τῆς Θεοτόκου. Πρός αὐτήν δέ, ἀπευθυνόμενοι πανευλαβῶς καί μέ εὐγνώμονα καί πάλλουσα καρδία ἄς ἀναφωνοῦμε: «Δόξα τοῖς σοῖς μεγαλείοις, ἅπερ σοι ὁ Κύριος, Κόρη, ἐποίησεν»26. Καί ἄς ἀκούσουμε τήν προτροπή τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, νά προσφερουμε στήν «γενέθλιον δῶρον τῇ μητρί τοῦ Θεοῦ», πού εἶναι ἡ κατεργασία τῶν ἀρετῶν καί ἡ ἐπίδοσή μας σ᾿ αὐτές, μέ τήν θεία ἀρωγή.

Θά κλείσουμε μέ τά λόγια τοῦ βαθυνούστατου θεοτοκόφιλου Πατρός, ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου πρός τήν «θελξίθεο» Κόρη, τήν Ὑπεραγία Μητέρα τοῦ Κυρίου μας καί θετή Μητέρα ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων: «Ἐσένα Θεοτόκε οἱ τῶν θείων Γραφῶν ἔμπειροι, ἀποκαλοῦσιν ἀκροστιχίδα πάντων τῶν Προφητῶν· πίνακα τῶν δύο διαθηκῶν· ὑπόθεσιν τῶν Ἀποστόλων· ὕλην τῶν Πατέρων καί Διδασκάλων· στερέωμα τῶν Μαρτύρων· παρηγορίαν τῶν Ὁσίων· τῆς νοερᾶς Προσευχῆς διδάσκαλον, τῆς ταπεινώσεως εἰσηγήτριαν, τῆς ἀγάπης τῆς διπλῆς παράδειγμα ἔμψυχον, ἴνδαλμα παρόμοιον τῆς ἀρχικῆς ὡραιότητος· θαῦμα τῶν Ἀγγέλων, ἄγαλμα τῆς φύσεως...Θεοῦ μίμημα, φανέρωσιν τῶν τῆς θείας ἀκαταληψίας βυθῶν· ἐργαστήριον τῆς ἑνώσεως τῶν συνελθουσῶν ἐπί Χριστοῦ φύσεων· καί διά νά εἰπῶ τό τελευταῖον καί ἔσχατον, ἐσένα Θεοτόκε οἱ θεολόγοι ὀνομάζουσι Μεθόριον Κτίστου καί κτίσεως, τιμιωτέραν τῶν Χερουβίμ, ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφίμ, θεόν μετά Θεόν, καί τῆς ἁγίας Τριάδος τά δευτερεῖα ἔχουσαν»27.

 

 

 

*****************************

1. Γερμανοῦ Κωνσταντινουπόλεως, Εἰς τόν Εὐαγγελισμόν τῆς Θεοτόκου, MPG. 98, 329C.
2. Ἰω. Γεωμέτρη, Ὕμνοι, PG. 106, 864. Βλ. Χρ. Κοντάκη, Εἰς τήν Θεοτόκον, Συναγωγή πατερικῶν ὠδῶν, προσηγοριῶν καί ἐπιθέτων, Θεσσαλονίκη 1998, σελ. 429.
3. Πρωτ. Νικολάου Λουδοβίκου, Ἡ κλειστή πνευματικότητα καί τό νόημα τοῦ ἑαυτοῦ, ἐκδ. Ἑλληνικά γράμματα, Ἀθήνα 1999, σελ. 333 (Ἐπίλογος).
4. Βλ. Ἰδιόμελα τοῦ Ἑσπερινοῦ τοῦ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου.
5. Γ. Φίλια, Οἱ Θεομητορικές ἑορτές στή Λατρεία τῆς Ἐκκλησίας, ἐκδ. Γρηγόρη, Ἀθήνα 2002, σελ. 45.
Λόγος εἰς τό γενέσιον, 6.
6. Βλ. ἀνάλυση, Ἱεροθέου Βλάχου, Μητρ. Ναυπάκτου, Οἱ Θεομητορικές ἑορτές, ἐκδ. Ἱερᾶς μονῆς Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου Πελαγίας, 2016, σελ. 193.
7. Γ. Φίλια, ὅ.π. σελ. 46.
8. Α΄ Τιμ. 3,16.
9. ὅ. π. σελ. 186.
10. Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, 45, MPG 94, 984.
11. Ἰωήλ Φραγκάκου, Μητροπ. Ἐδέσσης, Ἡ Θεόπαις Μαριάμ, Ἔδεσσα 2012, σελ. 19.
12. Ἀνδρέου Κρήτης, Λόγος Α΄, Ἐγκώμιον εἰς τό Γενέθλιον τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, MPG 97, 805A, 805B.
13. Γ. Φίλια, ὅ.π. σελ. 52.
14. ὅ.π. σελ. 51-52.
15. Λόγος εἰς τό Γενέσιον 1, ἔκδ. P. Voulet, SC 80, 1961, σελ. 46.
16. Λόγος εἰς τό Γενέσιον, 3, SC 80, 1961, σελ. 50.
17. Λόγος εἰς τό Γενέσιον, 7.
18. Εἰς τό Γενέσιον, 1, ΕΠΕ 9. 182.
19. ὅ. π.
20. ὅ. π.
21. Ν. Καβάσιλα, Εἰς τήν ὑπερένδοξον τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου Γέννησιν, βλ. Π. Νέλλα, Ἡ Θεομῆτορ, ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθῆναι 1989, σελ. 110
22. ὅ.π. Ἡ Θεομῆτορ, σελ. 110.
23. Λόγος Α΄, ὅ. π. Ἡ Θεομῆτορ, σελ. 112.
24. Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, Λόγος Β΄, MPG. 96, 729 Α.
25. Θεοτοκάριον, ἦχος βαρύς.
26. Βλ. Μοναχοῦ Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Μαρία ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἐκδ. Ὁ Ἄθωνας, Ἅγιον Ὄρος 1988, σελ. 274-275.