Πῶς κατελάβομεν τὴν Παναγίαν τὴν «Κατσιποδοῦ»

Ἱστορικὲς Σελίδες

21η Νοεμβρίου 1926. Ἑορτὴ τῶν Εἰσοδίων τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Τὴν παραμονήν, 20 τοῦ μηνός, ἐβγήκαμε πρὸς ἐξεύρεσιν Ἐκκλησίας διὰ τὴν ἑορτὴν καὶ ἐβαδίσαμε πρὸς τοῦ Δουργούτη. Ὄπισθεν τοῦ ἐργοστασίου τοῦ Φὶξ εὑρίσκεται ὁ ἱερὸς Ναὸς τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου. Ἐπήγαμε λοιπὸν εἰς τὸν Ἅγιον Γεώργιον, εὑρήκαμε τὸν Ἱερέα τοῦ Ναοῦ καὶ τὸν παρακαλέσαμε νὰ μᾶς ἀφήσῃ νὰ κάνωμεν τὴν Ἀγρυπνίαν ἐκεῖ καὶ τοῦ τάξαμε 300 δραχμάς· ἀλλὰ φοβηθεὶς δὲν μᾶς ἄφησεν, ἄν καὶ τότε ἤτανε ἔρημος ὁ τόπος. Ἀποφασίσαμε νὰ τὸν κλείσωμεν μέσα στὸ κελλί του καὶ νὰ λειτουργήσωμεν –εἴμεθα ἕως 1500 ἄτομα. Ἀλλὰ κατόπιν ἐσκέφθημεν νὰ μὴ κάνουμε κακὸν τοῦ Ἱερέως, καὶ ἀλλάξαμε γνώμην.

πέναντι στὸν Ἅγιον Γεώργιον εὑρίσκετο στὴν κορυφὴν τοῦ λόφου ὁ Ναὸς τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς μὲ τὸ ὄνομα «Κατσιποδοῦ». Ἐκεῖ εἴδαμε ἕνα φῶς νὰ βγαίνῃ ἀπὸ κάτι καμαροῦλες, ποὺ ἐκατοικοῦσεν ὁ ἰδιοκτήτης τότε Χρῆστος Κανάκης, καὶ ἐπήγαμε νὰ τοῦ ζητήσουμε νὰ μᾶς ἀφήσῃ νὰ κάνουμε τὴν Ἀγρυπνίαν τῆς ἑορτῆς τῶν Εἰσοδίων. Εἴμεθα οἱ Βαπορίδης Ἀνδρέας, Ἰωάννης Σιδέρης, Γεώργιος Στέλλας, Κωνσταντῖνος Νικολακόπουλος, Γεώργιος Βλασίδης, Περικλῆς Γκέτουρας, Δημήτριος Φρυγανᾶς Συνταγ)χης Χωρ)κῆς, Βασίλειος Φρυγανᾶς, Χαράλαμπος Μαυρογιάννης, Κωνσταντῖνος Ξύγγος, Κωνσταντῖνος Ρουσσόπουλος, Κωνσταντῖνος Γκικάκης, Δημήτριος Χιώτης, Ἰωάννης Διατσίντος, Σταῦρος Ἀλλοίμονος καὶ ἄλλοι. Ἀφοῦ λοιπὸν ἐπήγαμε καὶ τοῦ χτυπήσαμε τὴν πόρτα τοῦ νοικοκύρη Χρήστου Κανάκη, μᾶς ἐρώτησε τί εἴμαστε ποὺ χτυπᾶμε τὴν πόρτα τέτοια ὥρα; -ἤτανε ἡ ὥρα 11 μ.μ.- καὶ τοῦ εἴπαμε:

-Χριστιανοί.
-Τί θέλετε; Μᾶς λέει.
-Νὰ μᾶς δώσῃς τὴν Ἐκκλησία νὰ κάνουμε τὴν Ἀγρυπνία τῶν Εἰσοδίων μὲ τὸ Παλαιό.  Εἴμεθα Παλαιοημερολογῖται. Καὶ μᾶς λέει:
-Βασιλικοὶ εἴσαστε ἤ Βενιζελικοί;
 Καὶ τοῦ ἀπαντήσαμεν ὅτι ὅλοι μας εἴμεθα Βασιλικοὶ καὶ μᾶς ἀνοίγει τὴν πόρτα καὶ μᾶς λέει:
-πὸ τώρα καὶ στὸ ἑξῆς θὰ τὴν ἔχετε ἐσεῖς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ ὄχι οἱ Φράγκοι.

Καὶ ἔτσι ἐμπήκαμε στὴν Ἐκκλησίαν ὑπὸ τὸ φῶς τῆς πανσελήνου. Καὶ τὸ πρωΐ ἐφύγαμε μὲ 40 πόντους χιόνι. Ἔκτοτε πλέον τὴν εἴχαμε περὶ τὰ 15 χρόνια συνεχῶς. Εἴχαμε Ἱερέα τὸν παλαίμαχον πατέρα Ἰωάννην Φλῶρον, ἀκούραστον καὶ ἄφοβον.

Στὸ 1930 ἐπήραμε καὶ τὴν Μεταμόρφωσιν τοῦ Σωτῆρος τῆς Κυψέλης, τοῦ παπᾶ Γεώργη τοῦ Βουτέρη.

Πάντως, ὅλα αὐτὰ μὲ πόλεμο. Διότι ὅσο ἔβλεπεν ὁ τότε Ἀρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Παπαδόπουλος ὅτι ἁπλώνουμε φτερὰ ἤρχισε δριμύτερον διωγμόν. Ἀλλὰ πρὸς κέντρα ἐλάκτιζε, διότι τὸ δένδρον εἶχεν ἁπλώσει ρίζας εἰς τὴν γῆν καὶ ἐφύτρωνε παντοῦ. «Διωκόμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι»...

λλὰ οἱ θεομάχοι ἐκουράζοντο ἄνευ κέρδους, διότι τὰ ἱδρυθέντα παρὰ Θεοῦ οὐδεὶς δύναται νὰ χαλάσῃ, κατὰ τὸν Γαμαλιήλ, διδάσκαλον τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ὅπου εἶπε μέσα στὴν Συναγωγήν, ὅτι οὐκ ἀνέγνωτε τὴν Γραφὴν ὅπου λέγει· πᾶν πρᾶγμα ὅπου δὲν εἶναι ἀπὸ Θεοῦ αὐτοδιαλύεται· ἐὰν ὅμως εἶναι ἀπὸ Θεοῦ, διατί γινόμεθα θεομάχοι;

Τέλος καὶ τῷ Θεῷ δόξα!
Κ.Ν.

(«Ἡ Φωνὴ τῆς Ὀρθοδοξίας», ἀρ.φ. 337 / 25.4.1960, σελ. 6)