ΣΥΝΤΟΜΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ

        Στὶς ἀρχές τοῦ 20οῦ  αἰῶνα ἄρχισε νὰ κερδίζει ἔδαφος μεταξύ κύκλων τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας ἡ ἰδέα τῆς προωθήσεως τῆς ἑνώσεως τῶν Ἐκκλησιῶν (Ὀρθοδόξων καὶ Ἑτεροδόξων) μέ τὴν ἵδρυση μιᾶς «Κοινωνίας τῶν Ἐκκλησιῶν» κατά τά πρότυπα τῆς Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν.

      Ἡ Πατριαρχικὴ ἐγκύκλιος τοῦ 1920 προέβλεπε μιὰ σειρὰ βημάτων γιὰ «τὴν ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν» ἀπὸ τὰ ὁποῖα, τὸ πρῶτο ἦταν ἡ ἀλλαγή τοῦ ἑορτολογίου γιὰ τὸν ταυτόχρονο ἑορτασμὸ ἀπ΄ ὅλες τὶς «Ἐκκλησίες». Τὸ περιεχόμενο τῆς ἐγκυκλίου κρατήθηκε μυστικὸ  ἀπὸ τὸ χριστεπώνυμο πλήρωμα καὶ μὸνο ἔπειτα ἀπὸ κάποια χρόνια ἔγινε γνωστό.
 
        Τὸ 1923 ὁ Πατριάρχης Μελέτιος Μεταξάκης συνεκάλεσε «Πανορθόδοξο Συνέδριο» τὸ ὁποῖο ἀπεφάσισε πολλὲς καινοτομίες, μεταξὺ αὐτῶν καὶ τὴν ἀλλαγή τοῦ ἡμερολογίου. Στὸ συνέδριο αὐτὸ δὲν εἶχαν προσέλθει ἐκπρόσωποι τῶν λοιπῶν Πατριαρχείων τῆς Ἀνατολῆς καὶ οἱ ἐργασίες του διεκόπησαν, ἔπειτα ἀπὸ κινητοποίηση τοῦ εὐσεβοῦς πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Τελικὰ ὁ Μελέτιος ἐκδιώχθηκε ἀπὸ τὴν Πόλη. Τό ἴδιο ἔτος μέ Βασιλικό Διάταγμα καθιερώνεται τὸ νέο (Γρηγοριανό) ἡμερολόγιο στὴν Ἑλλάδα γιά ὅλες τίς πολιτικές ὑποθέσεις καί διατηρεῖται τὸ παλαιό (Ἰουλιανό) ἡμερολόγιο γιά τήν Ἐκκλησία.

        Τὸ 1924 ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν Χρυσόστομος Παπαδόπουλος μὲ μιὰ αὐθαίρετη ἀπόφασή του εἰσαγάγει καὶ γιὰ τὴν Ἐκκλησία τὸ Γρηγοριανὸ ἡμερολόγιο, παρά τὸ Βασιλικό Διάταγμα τοῦ προηγουμένου ἔτους.

        Ὁ εὐσεβὴς λαὸς ἀντιδρᾶ. Ὅσοι κληρικοί καί λαϊκοί δὲν ἀκολούθησαν τὴν καινοτομία συνέστησαν στὴν Ἀθήνα τὸν «Σύλλογο τῶν Ὀρθοδόξων», ὁ ὁποῖος  τὸ 1926 μετονομάσθηκε σε «Ἑλληνική Θρησκευτική Κοινότης τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν».  Τὸ 1925 στὶς 14 Σεπτεμβρίου ἐνῶ οἱ ζηλωτές  τῶν παραδόσεων τελοῦσαν ἀγρυπνία  γιὰ τὴν ἑορτή του Τιμίου Σταυροῦ, ἕνας φωτεινὸς σταυρὸς ἐμφανίστηκε πάνω ἀπὸ τὸ ἐξωκκλήσι τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου στὸν Ὑμηττό. Πολλοὶ εἶδαν τὸ θαῦμα καὶ πίστεψαν στὴν πατρῶα εὐσέβεια. Αὐτοὶ ὅλοι ἐξυπηρετοῦντο ἀπὸ ἐλάχιστο ἀριθμὸ ἱερέων καὶ ἱερομονάχων ἐξ’ Ἁγίου Ὄρους, σὲ ἐξωκκλήσια.

        Ὁ Χρυσόστομος Παπαδόπουλος καί λοιποί καινοτόμοι Ἱεράρχες, μέ ἐντολές στά σώματα ἀσφαλείας ἐδίωκαν τοὺς ὀπαδούς τῶν παραδόσεων. Ἱερεῖς συλλαμβάνονταν, κακοποιούνταν, ἀποσχηματίζονταν, φυλακίζονταν καὶ ἐξορίζονταν. Μία νέα γυναίκα στὴν Μάνδρα Ἀττικῆς, ἡ Αἰκατερίνη Ρούτη, βρίσκει μαρτυρικό θάνατο στήν προσπάθειά της νά προστατεύσει μέ τό σῶμα της τόν ἱερέα ἀπό τά κτυπήματα τῶν ἀνδρῶν τῆς Χωροφυλακῆς. Δεσποτάδες τῆς ἐπίσημης Ἐκκλησίας ἡγοῦνται ἀστυνομικῶν δυνάμεων γιά νὰ διαλύσουν λατρευτικές συνάξεις τῶν Γ.Ο.Χ., διακόπτουν λειτουργίες καί ποδοπατοῦν τά ἱερά σκεύη ἀδειάζοντας τό περιεχόμενό τους.

        Παρὰ τοὺς αἱματηροὺς διωγμοὺς οἱ πιστοὶ ἐπολλαπλασιάζοντο καὶ τὸ 1935 προσχωροῦν στοὺς ζηλωτές τῆς πίστεως τρεῖς Ἀρχιερεῖς, ὁ Δημητριάδος Γερμανὸς, ὁ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος καὶ ὁ Ζακύνθου Χρυσόστομος, οἱ ὁποῖοι χειροτονοῦν Ἐπισκόπους τέσσερις ἱερομονάχους: τοὺς Γερμανὸ Βαρυκόπουλο, Πολύκαρπο Λιώση, Χριστοφόρο Χατζῆ καὶ Ματθαῖο Καρπαθάκη καὶ συγκροτοῦν τὴν πρώτη Ἱερὰ Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν Ἑλλάδος. Λόγω τῶν διώξεων, ἐξοριῶν κτλ. κάποιοι ἐξ αὐτῶν ὑποχωροῦν καί ἐπιστρέφουν στὴν κρατοῦσα Ἐκκλησία. Τὸ ἔτος 1939 ὁ πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος ἀντικαθιστᾶ τὸν Δημητριάδος Γερμανόν στὴν ἡγεσία τῶν Γ.Ο.Χ. πού ἀποθνήσκει τό 1941.

        Τό 1951 μέ τήν ὑπ’ ἀριθμ. 45/1951 πράξη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κηρύσσεται γενικός διωγμός κατά τῶν Γ.Ο.Χ.. Οἱ Ναοί μας σφραγίζονται ἢ καὶ κατεδαφίζονται, Ἱερεῖς μας συλλαμβάνονται, ἀποσχηματίζονται καί ξυρίζονται ἀπό τά ἀστυνομικά ὄργανα, οἱ Ἀρχιερεῖς μας καταδικάζονται σέ ἐξορία, λειτουργίες διακόπτονται, λιτανεῖες διαλύονται καί ἐπιτάφιοι ἀνατρέπονται ἀπό ἀστυνομικούς. Ὁ ἡγέτης μας πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος ἐξορίζεται σέ Μοναστήρι τῆς Μυτιλήνης. Τὸ 1951 ἀποθνήσκει ὁ Κυκλάδων Γερμανός, στόν ὁποῖο ἀπαγορεύθηκε ἡ κηδεία καί ἐστάλη ἀστυνομική δύναμη γιά νὰ φρουρεῖ τό ἄψυχο σῶμα του μέχρι τόν ἐνταφιασμό, δίχως ἱερέα. Δύο ἄλλοι ἀρχιερεῖς  τῆς Ἐκκλησίας μας ὑποκύπτουν στίς πιέσεις καί ἐντάσσονται στὴν κρατοῦσα Ἐκκλησία. Τό 1953 ὁ διωγμός ἐξασθενεῖ, δίχως νά καταργηθεῖ ἡ Πράξη 45/1951 τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.

        Τὸ 1955, μέ σοβαρά κλονισμένη τήν ὑγεία του ἀπό τὴν πρόσφατη ἐξορία του, ἀποθνήσκει ὁ μόνος ἐναπομείνας Ἐπίσκοπός μας, ὁ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος δίχως νὰ ἀφήσει διαδόχους. Ἀπὸ τὸ 1955 ἕως τὸ 1960 τὴν ἡγεσία τοῦ ἀγῶνος ἀνέλαβε μία δωδεκαμελής ἐπιτροπή ἱερέων μὲ κύριο στόχο τὴν χειροτονία Ἐπισκόπων γιὰ τήν Ἐκκλησία τῶν Γ.Ο.Χ..

        Τὸ 1960 καὶ 1962 μὲ τὴν σύμπραξη Ἐπισκόπων τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας τῆς Διασπορᾶς, ἡ Ἐκκλησία τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν Ἑλλάδος ξαναποκτᾶ Ἀρχιερεῖς καὶ συγκροτεῖται ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ὑπὸ τὴν Προεδρία τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀκακίου. Ὁ Ταλαντίου Ἀκάκιος ἦταν στὴν ἡγεσία τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ. ὡς Ἐπίσκοπος (1960) καὶ Ἀρχιεπίσκοπος (1962) μὲχρι τῆς ἐκδημίας του τὸ 1963. Μετὰ τὸν θάνατό του, Ἀρχιεπίσκοπος ἐκλέγεται ὁ ἐπίσκοπος Γαρδικίου Αὐξέντιος (1963-1985).

        Τήν περίοδο τῆς ἑπταετοῦς δικτατορίας ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἱερώνυμος σχεδίαζε τήν ὑπαγωγή ὅλων τῶν ἰδιωτικῶν ἡσυχαστηρίων -ὅπως εἶναι ὅλα τά μοναστήρια τῶν Γ.Ο.Χ.- στόν ἄμεσο ἔλεγχο τοῦ ἐπιχωρίου Μητροπολίτη τῆς κρατούσης Ἐκκλησίας. Ἀπό τότε, χάριν προστασίας, πολλά μοναστήρια μας μετέγραψαν τήν ψιλή κυριότητα τῶν ἀκινήτων τους στὴν Ἱερά Μονή Ἐσφιγμένου Ἁγίου Ὄρους. Τήν ἴδια περίοδο μέ Ὑπουργική ἀπόφαση  καταχωροῦνται πλέον τά μυστήρια τῶν Γ.Ο.Χ. στά κατατόπους Ληξιαρχεῖα. Σημαντικόν γεγονός τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώρα αὐτήν τὴν περίοδο (τὸ ἔτος 1969) ἦταν ἡ ἐκ μερους τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς, ἀναγνώριση τῶν Ἐπισκοπικῶν Χειροτονιῶν τῶν ἐτῶν 1960 – 1962.

        Τό 1982 μέ Ὑπουργική ἀπόφαση τοῦ Ὑπουργοῦ Ἀντωνίου Τρίτση ἐπετράπη στήν Ἐκκλησία μας νά κτίζει νομίμως ναούς. (Τό 1985 καί τό 1989 μέ ἄλλες Ὑπουργικές ἀποφάσεις δόθηκε ἰατροφαρμακευτική περίθαλψη στούς Ἱερεῖς μας).

        Ἀπὸ τὸ 1986 μέχρι τό 2010 Ἀρχιεπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ. ἦταν ὁ ἀπό Θεσσαλονίκης Χρυσόστομος. Κατά τήν ποιμαντορία του ἐπετεύχθη ἡ πολυπόθητη κάθαρση τοῦ ἱεροῦ κλήρου ἀπό ξένα καί ἐπείσακτα στοιχεῖα τά ὁποῖα εἶχαν εἰσχωρήσει στόν ἱερό ἀγώνα τῶν Γ.Ο.Χ. καί μετά πολλῶν ἐμποδίων, ἀφοῦ ἀνανέωσε τό σῶμα τῆς ἱεραρχίας μέ νέες ἐπισκοπικές χειροτονίες κατά τά ἔτη 1998, 1999 καί 2000, ἐπανέφερε στήν Ἐκκλησία τῶν Γ.Ο.Χ. τὴν ὁμαλή λειτουργία τοῦ Συνοδικοῦ Συστήματος.

        Ὁ Μακαριστός Ἀρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος ἦτἁν ὁ πρῶτος Ἀρχιεπίσκοπος τῶν Γ.Ο.Χ. ὁ ὁποῖος ἔγινε δεκτός ἀπό τόν Ἀνώτατο Ἄρχοντα τῆς χώρας, τόν Πρόεδρο τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας Κωνσταντῖνο Στεφανόπουλο, τήν 8-6-1998 καί ὁ ὁποῖος καθαγίασε Ἅγιο Μύρο μετά τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος τήν Μεγάλη Πέμπτη τοῦ 2001. Ἐπί τῆς Ποιμαντορίας του ἀκόμη καταδικάσθηκε συνοδικῶς ἡ σύγχρονη παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ (1998) καί συγκλήθηκε ἡ Δ΄ Πανελλήνια Συνάξεως Κληρικῶν (2003). Μὲ εὐλογία του ἱδρύθηκε καί λειτουργεῖ ἀπό τοῦ ἔτους 2001 ἡ Σχολή Κατηχητῶν καί ἐπανασυγκροτήθηκε ἡ πάλαι ποτέ Ἑνωση Νέων ὑπό τῆν ἐπωνυμία Νεανικός Ὀρθόδοξος Σύνδεσμος.

        Μετὰ τὴν ὁσιακή του κοίμηση τήν Κυριακή 6/19 Σεπτεμβρίου 2010, στὴ θέση του ἐξελέγη ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κ. Καλλίνικος, ὁ ἀπό Ἀχαΐας, ὁ ὁποῖος προεδρεύει τῆς Ἱερᾶς Συνόδου μέχρι σήμερα.