Ὁ Ἀττικῆς καί Διαυλείας ΑΚΑΚΙΟΣ

akak             Ὁ Σεβασμιώτατος πολιός Μητροπολίτης Ἀττικῆς καί Διαυλείας κ. Ἀκάκιος (κατά κόσμον Ἀθανάσιος Παππᾶς τοῦ Εὐσταθίου καί τῆς Λεμονιᾶς) ἐγεννήθη  τὸ ἔτος 1926 εἰς τήν κωμόπολιν Δεσφίναν Φωκίδος. Εἶναι ἀνηψιός τοῦ Μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου τῶν Γ.Ο.Χ. κυροῦ Ἀκακίου. Χάρις εἰς τήν πνευματικήν καθοδήγησιν αὐτοῦ του μακαριστοῦ Γέροντος, ἡ οἰκογένεια τοῦ Εὐσταθίου Παππᾶ ἐπέστρεψεν εἰς τὰς πατρῶας παραδόσεις ἀπό τό ἔτος 1929. Ὁ μικρός τότε Ἀθανάσιος Παππᾶς παρηκολούθησε τά ἐγκύκλια μαθήματά του εἰς τήν ἰδιαιτέραν πατρίδα του ὁπόταν ἐπηκολούθησε ἡ Γερμανική κατοχή.

             Μετά τήν ἀπελευθέρωσιν, τόν Σεπτέμβριον τοῦ 1946, ὁ εἰκοσαετής Ἀθανάσιος Παππᾶς ἐντάσσεται ὡς δόκιμος Μοναχός πλησίον του θείου του, εἰς τήν Ἱεράν Μονήν Ἁγίου Νικολάου Παιανίας Ἀττικῆς. Εἰς τὰς 7-5-1947 ὁ Δόκιμος Ἀθανάσιος ἐνδύεται τό τίμιον ράσον καί μετοωνομάζεται είς Ἀκάκιον Μοναχόν. Μεγαλόσχημος ἐκάρη τήν 23-2-1950 ὑπό τοῦ τότε Ἐπισκόπου Διαυλείας Πολυκάρπου, ὑπό Γέροντα τόν ὁμώνυμον θεῖον του. Εἰς τὰς 9 & 10 - 12 - 1954 ἐχειροτονήθη διαδοχικῶς Διάκονος καί Πρεσβύτερος ἀπό τόν Ἀείμνηστον Μητροπολίτην πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομο.

             Τά ἔτη 1957 καί 1959, κατ' ἐντολήν τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία εἶχε ἀναλάβει τήν ἡγεσία τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος μετά τήν κοίμησιν τοῦ πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου, μετέβη δύο φοράς εἰς τήν Δυτικήν Εὐρώπην (τήν δευτέραν ὁμοῦ μετὰ τοῦ Μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου τῶν Γ.Ο.Χ. κυροῦ Χρυσόστομο Β΄) διά τήν ἀναζήτησιν κανονικῶν Ἀρχιερέων πρός χειροτονίαν Ἐπισκόπων διά τήν Ἐκκλησίαν τῶν Γ.Ο.Χ.. Περί τά τέλη τοῦ 1960 συνόδευσε τόν συνώνυμον θεῖον του εἰς τήν Ἀμερική ὅπου εἰς στό Ντιτρόϊτ ἔλαβε χώραν ἡ χειροτονία τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Ἀκακίου Παππᾶ εἰς Ἐπίσκοπον Ταλαντίου ἀπό δύο Ἀρχιερεῖς τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας τῆς Διασπορᾶς. Εἰς τὴν Ἀμερικὴν ἔμειναν ἐπί 72 ἡμέρες φιλοξενούμενοι ὑπό τοῦ μακαριστοῦ τότε Ἀρχιμανδρίτου Πέτρου Ἀστυφίδου (μετέπειτα Ἐπισκόπου Ἀστορίας). Τήν 23-5-1962, οἱ νεωστί τότε χειροτονηθέντες, Ἀρχιερεῖς Κυλάδων Παρθένιος καί Γαρδικίου Αὐξέντιος, ἐχειροτόνησαν τοῦτον Ἐπίσκοπον τῆς πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Ἐπισκοπῆς Διαυλείας. Ἐκ τοῦἔτους 1971 προσέλαβε καὶ τὸν τίτλον τοῦ Ἀττικῆς ἀναλαμβάνων καθήκοντα ποιμένοντος Ἐπισκόπου καὶ τὸ ἐπόμενον ἔτος προεβιβάσθη είς Μητροπολίτην

             Κατά τήν μέχρι τώρα ποιμαντορία τοῦ ἠγωνίσθη κάτω ἀπό ἀντιξόους συνθῆκας διά τήν χρηστήν διοίκησιν τῆς Ἐκκλησίας καί τήν κάθαρσιν τοῦ ἱεροῦ κλήρου ἀπό τά ξένα πρός τό ἱερόν ἀγώνα τῶν Γ.Ο.Χ. στοιχεῖα. Εὐτύχησε νά ἰδῇ τόν ἀγώνα τοῦ δεδικαιωμένον εἰς μεγάλον βαθμόν. Ἀπό τόν Μάιον τοῦ 2003 εἶναι Ἀντιπρόεδρος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καί ἀπό τόν Μάρτιον τοῦ 2004  ἕως τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 2010 ἦτο Πρόεδρος τοῦ Γενικοῦ Ταμείου τῆς Ἐκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος.

              Τά ὀνομαστήρια τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καί Διαυλείας κ. Ἀκακίου εἶναι τήν 1 Μαΐου (14 Μαΐου Ν.Η.) – Ἁγίου Ὁσιομάρτυρος Ἀκακίου.

              Ἡ φήμη τοῦ Σεβασμιωτάτου εἶναι: «Ἀκακίου τοῦ Σεβασμιωτάτου καὶ Θεοπροβλήτου Πολιοῦ Μητροπολίτου τῆς Ἁγιωτάτης Μητροπόλεως Ἀττικῆς καὶ Διαυλείας, ἡμῶν δέ πατρός καί Ποιμενάρχου, πολλά τά ἔτη».