Εἰσήγησις ἁγιοκατατάξεως τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Παρθενίου τοῦ Χίου



ὁ Μητροπολίτης Ἀττικῆς & Βοιωτίας
ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ


Ἐν Ἀχαρναῖς, τῇ 1/9/2014
Ἀρχὴ τῆς Ινδίκτου.

ΕΙΣΗΓΗΣΙΣ
Πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον
Τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν Ἑλλάδος.
Περὶ τῆς ἁγιοκατατάξεως τοῦ Ὁσίου καὶ Θεοφόρου Πατρὸς ἡμῶν
ΠΑΡΘΕΝΙΟΥ τοῦ Χίου

 

Μακαριώτατε Πάτερ καὶ Δέσποτα,
Σεβασμιώτατοι, Θεοφιλέστατοι γιοι ρχιερεῖς.

Βασικὴ πίστις τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας εἶναι ὅτι πᾶς ἄνθρωπος βαπτιζόμενος εἰς τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος ἑνοῦται μὲ τὸ μυστικὸ Σῶμα τοῦ Κυρίου καὶ ὡς τοιοῦτος εἶναι Ἅγιος. Διότι κατὰ τὸν Ἀπόστολον Παῦλον «εἰ ἡ ἀπαρχὴ ἁγία καὶ τὸ φύραμα• καὶ εἰ ἡ ρίζα ἁγία καὶ οἱ κλάδοι» (Ρωμαίους ΙΑ’, 16). Καὶ αὐτὴν τὴν ἁγιότητα καλούμαστε νὰ διατηρήσουμε ἄχρι τῆς τελευτῆς μας, κατ’ ἐντολὴν τοῦ Κυρίου ποὺ εἶπε «ἅγιοι γίνεσθε...» (Α’ Πετρ. α’ , 16).


μως ἡ Εκκλησία μας ἐκ πάντων τῶν ἁγίων μελῶν της ἐξεχώρισε κάποια μέλη της, τὰ ὁποία ἐχαρακτήρισε μὲ τὸ ἰδιαίτερο προσωνύμιο τοῦ «Ἁγίου»,διὰ τὴν μεγίστην τους προσφορὰ στὴν Ἐκκλησίαν (ἱεραποστολική, ὁμολογιακή, ἀσκητική, θεολογική, θαυματουργική κ.λπ. ), ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἰδιαιτέραν τιμὴν καὶ χάριν ποὺ ἔλαβαν παρὰ Θεοῦ καὶ ἀκολούθως τὴν παρρησίαν ποὺ ἀπέκτησαν παρὰ τῷ Θεῷ. Αὐτὸ γινόταν φανερὸ στὴν καθολικὴ συνείδησιν τῶν πιστῶν τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν ἀπελάμβαναν στὴν καθημερινή τους ζωὴ τὰ διὰ τοῦ ἁγίου προσώπου ἐκπεμπόμενα θεία χαρίσματα (θαύματα, θεραπεῖες, εὐωδία λειψάνων, ἐμφανίσεις του, ἰκανοποίηση διαφόρων αἰτημάτων κ.τ.λ.). Ἔτσι, ὅταν ἡ συνείδησις τῶν πιστῶν μαρτυροῦσε διὰ τὴν ἁγιότητα ἑνὸς συγκεκριμένου προσώπου, τότε, χωρὶς ἀναμονὴ κάποιας ἐπισήμου πράξεως, συνήρχοντο διὰ τὴν ἐπέτειον τῆς μνήμης του, ἀνεγείροντο Ναοὶ ἐπ’ ὀνόματί του, ἐποιοῦντο ἀσματικὲς Ἀκολουθίες κ.τ.λ.


ἐπίσημη πράξη ἁγιοκατατάξεως, ἀπὸ τὸ Σῶμα τῆς Ἱεραρχίας, ἐπακολουθεῖ ὅλων αὐτῶν, ἔχει διαπιστωτικὸ χαρακτήρα καὶ ἐπικυρώνει – ἀναγνωρίζει ἀπλῶς τὴν ἤδη παγιωθεῖσα στὴν συνείδησιν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος ἁγιότητα καὶ ἱερότητα τοῦ προσώπου. Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος οὔτε «ἁγιοποιεῖ» οὔτε «ἀναδεικνύει».


Τὸ αὐτὸ ἐπιχειροῦμε καὶ μὲ τὴν παρούσα εἰσήγηση,καθότι ἀνετέθη παρὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου σὲ ἐμένα,ὡς ἀπὸ τοῦ ἔτους 2007 τοποτηρητοῦ τῆς νήσου Χίου,νὰ γνωστοποιήσω εἰς Αὐτὴν τὰ βιογραφικὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μαρτυροῦν ὅτι ὁ ἐν μακαρίᾳ τῇ λήξει Ὅσιος πατὴρ ἡμῶν Παρθένιος (Φραγκοσκούφης ἢ Μενῆς), ὁ ἐπὶ τοῦ Ὄρους Πενθόδου τῆς Χίου ἀσκηθείς, ἀποτελεῖ μία εἰσέτι ἁγιασμένη μορφὴ τοῦ 19ου αἰῶνος καὶ τὸ ὄνομα αὐτοῦ, δέον ὅπως ἀναγράφηται εἰς τὰς ἁγιολογικὰς δέλτους τῆς Ἐκκλησίας μας.
Τὰ στοιχεῖα περὶ τοῦ βίου του συνελέξαμεν ἀπὸ:


α) Τὸ τρίτομον ἔργο τοῦ Γεώργη Διλμπόη «ΤΟ ΑΓΙΟΜΑΡΚΑΚΙ», καὶ συγκεκριμένα ἀπὸ τὸν Α’ Τόμο «ὁ Παρθένιος τῆς Ἀλήθειας», Ἐκδόσεις ΓΡΗΓΟΡΗ, 2007.


β) «Ἀκολουθία καὶ Βίος τοῦ Ὁσίου καὶ Θεοφόρου Πατρὸς ἡμῶν Παρθενίου τοῦ Χίου», 1984 ἐκδοθεῖσα παρὰ τοῦ ἀειμνήστου Μητροπολίτου Χίου, Ψαρῶν καὶ Οἰνουσσῶν Στέφανου Τσίκουρα (†2007), ὅστις καὶ κατέγραψε τὰ ὅσα τοῦ διηγήθηκαν τὸ 1941 οἱ ἐνασκούμενοι πατέρες στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Μάρκου Χίου, ἰδιαιτέρως δὲ τὰ ὅσα τοῦ ἐξιστόρησε ὁ π. Ἱερεμίας Φερούσης,ὅστις καὶ ἀπετέλει πνευματικὸν τέκνον τοῦ Ὁσίου Παρθενίου.


γ) μαρτυρίες κληρικῶν καὶ λαϊκῶν τῆς ἐκεῖ τοπικῆς Ἐκκλησίας.

ξ αὐτῶν σταχυολογοῦμε τὰ κάτωθι:

γεννήθη εἰς τὸ χωρίον Δαφνῶν τῆς Χίου κατὰ τὸ ἔτος 1815 ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς, τὸν Μιχαὴλ καὶ Ἀντωνία Φραγκοσκούφη (ἢ Μενή). Περὶ τῆς γεννήσεώς του προεφήτευσε ὁ Ἅγιος Μακάριος Κορίνθου ὁ Νοταρᾶς (ὁ καὶ τελικῶς ἀσκητεύσας εἰς τὴν προσφιλήν του Χίον) στὴ μητέρα τοῦ Ὁσίου, οὖσαν ἐν προκεχωρημένῃ ἡλικίᾳ,τὰ ἑξῆς: «θὰ κάμεις ἀγόρι, θὰ τὸ ὀνομάσεις Πολύδωρον, θὰ γίνει μοναχὸς καὶ διὰ αὐτοῦ θὰ σωθοῦν πολλὲς ψυχές». Ἐγεννήθη ὁ Πολύδωρος, ἠνδρώθη, καταγίνηκε μὲ τὸ ἐμπόριο καὶ παραλλήλως ἀρραβωνίσθη εἰς ἡλικίαν 20 ἐτῶν. Σ’ ἕνα χρόνο ἡ μνηστή του πεθαίνει. Γυρίζοντας ἀπὸ ταξίδι ἐπισκέπτεται τὸν τάφο της καὶ ἀνοίγοντας τὴν πλάκα ἀντικρίζει τὴ σεσηπυῖα σωρό της γεμάτη σκώληκες. Παίρνει μερικὰ στὸ χέρι του καὶ φιλοσοφεῖ περὶ τοῦ θανάτου καὶ τὴ ματαιότητα τῶν ἐγκοσμίων. Κι ἀποφασίζει νὰ τὰ ἐγκαταλείψει ὀριστικά.


Λαμβάνει τὸ Μέγα Ἀγγελικὸ σχῆμα εἰς τὴν Νέαν Μονὴν τῆς Χίου (ἱδρυθεῖσαν τὸν 10ον αἰώνα) μετονομασθεὶς ἀπὸ Πολύδωρος Παρθένιος. Σὲ μητρῶο τῆς Νέας Μονῆς μὲ ἡμερομηνία 7/5/1843 γράφεται τοῦτο: «Ὁ Γεροπαρθένιος ἴδιον τοῦ Φραγκοσκούφη γρ. 200».Δὲν ἦταν ἀκόμη οὔτε 35 χρονῶν καὶ τὸν προσαγόρευαν γερο-Παρθένιο. Ἀνακαλύπτει ἐπὶ τοῦ Ὄρους Πενθόδου ἀπόκρημνο σπήλαιο,εἰς τὸ ὁποῖο ἀποφασίζει νὰ ἐγκαταβιώσει. Σὲ ἐνύπνιο βλέπει τὸν Ἅγιον Ἀπόστολον καὶ Εὐαγγελιστὴν Μάρκο μὲ μοναχικὴ ἐνδυμασία νὰ τὸν ἀποκαλεῖ «γείτονα» καὶ νὰ τὸν προσκαλεῖ νὰ ἔρθει νὰ τὸν βρεῖ. Πράγματι λίγα μόνο μέτρα παραπάνω ἀπὸ τὸν τόπο ἀσκήσεώς του ἀνακάλυψε ἐρημωμένο ναΰδριον ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ἁγίου Μάρκου καὶ τότε ἀρχίζει νὰ ἀνεγείρει μικρὴ Μονὴ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ἁγίου Εὐαγγελιστοῦ Μάρκου.


Σύντομα κοντά του συρρέει ἀρκετὰ μεγάλος ἀριθμὸς μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι ζοῦσαν ὑποδειγματικὴ «καλογερική»,βαθειὰ ἐμπνευσμένη καὶ καταλυτικὰ ἐπηρεασμένη ἀπὸ τὴν κολλυβαδικὴν παράδοση τῶν Ἁγίων Μακαρίου Νοταρᾶ, Ἀρσενίου τοῦ Παρίου καὶ Νικηφόρου τοῦ Χίου. Ἔτρωγαν μία φορὰ τὴν ἡμέρα, χειμώνα – καλοκαίρι, κύρια ἀπασχόλησίς τους ἦταν οἱ γεωργικὲς ἐργασίες, στὶς 3 τὸ μεσημέρι τελοῦσαν τὴν Θ’ Ὥρα μὲ τὸν Ἑσπερινὸ καὶ λάμβαναν τὸ ἀντίδωρο. Κατὰ τὴν ὥρα τῆς ἀναπαύσεως δὲ ρέμβαζαν οὔτε ἀργολογοῦσαν παρὰ κατεσκεύαζαν μικροὺς ξύλινους σταυροὺς ἀπὸ κυπαρίσσι (τοὺς ὁποίους μοίραζε ὁ Ὅσιος γιὰ εὐλογία) κι ἕνας μοναχὸς ἔκανε ἀνάγνωση. Ἡ μονολόγιστος εὐχὴ σιγοψιθυριζόταν ἀπ’ ἄκρη εἰς ἄκρην τῆς Μονῆς. Ἡ καθημερινὴ διδασκαλία πρὸς τοὺς ὑποτακτικούς του περιεστρέφετο γύρω ἀπὸ τὸ μυστήριον τοῦ θανάτου καὶ τὴν ὥρα τῆς ἐξόδου τῆς ψυχῆς προτρέποντας τοὺς μοναχοὺς νὰ ἐξετάζουν κάθε βράδυ τὸν ἐαυτό τους καὶ νὰ κοιμοῦνται πάντα μὲ δακρυσμένους ὀφθαλμούς. Τὴν αὐτὴν Κοινοβιακὴν τάξιν βρῆκε κι ὁ Μακαριστὸς Μητροπολίτης Χίου,Στέφανος,ὅταν ἐνετάχθη εἰς τὴν ἀδελφότητα τοῦ Ἁγίου Μάρκου τὸ 1941. Εὔχυμος πνευματικὸς καρπὸς καὶ μεγάλο πνευματικὸ ἀνάστημα τοῦ Ὁσίου Παρθενίου ἦτο καὶ ὁ γέρων Γαβριήλ,μετέπειτα Ἡγούμενος τῆς Μονῆς, ὅστις καὶ ἀνεδείχθη ὑπέρμαχος τῶν πατρώων Παραδόσεων κατὰ τὴν περίοδο τῆς ἐπάρατης ἑορτολογικῆς καινοτομίας.


Ὅσιος Παρθένιος κοιμήθηκε εἰρηνικὰ τὸν αἰώνιον ὕπνον εἰς τὰς 8 Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους 1883 καὶ ἐτάφη ἐντὸς τοῦ νάρθηκα τοῦ ταπεινοῦ Καθολικοῦ τῆς Μονῆς του.


Σύμφωνα μὲ μαρτυρίες πνευματικῶν του τέκνων καὶ τῶν ἐπιγόνων τους, ὁ Ὅσιος εἶχε ἀξιωθεῖ τοῦ προορατικοῦ χαρίσματος. Προέγνωσε τὸν θάνατο ἑνὸς νέου στὴν ἡλικία καλογήρου του καὶ τὸν προέτρεψε νὰ προετοιμασθεῖ. Ἀνήμερα τῆς καταστροφῆς τῆς Χίου ἀπὸ τὸ φονικὸ σεισμὸ τῆς 22ας Μαρτίου τοῦ 1881 ὁ Ὅσιος θρηνώντας φώναζε «Ἕνα μεγάλο βουνὸ θὰ πέση καὶ θὰ κτυπήση τὴ Χίον». Μάλιστα ἀπέτρεψε ἕνα λαϊκό, ὀνόματι Κωνσταντίνο, νὰ ἐγκαταλείψη τὸ μοναστήρι τὴν ὥρα τοῦ σεισμοῦ. Παρὰ μόνο ὅταν κόπασε τὸ κακὸ τοῦ εἶπε «πήγαινε τῶρα νὰ ξεπλακώσης τὴ γυναίκα σου καὶ τὰ παιδιά σου, μὲ προσοχὴ μὴν τοὺς κτυπήσεις,διότι ὅλοι ζοῦνε». Καὶ πράγματι ὁ Κωνσταντίνος βρῆκε τὴν οἰκογένειά του σώα κι ἀβλαβή. Τὸ κήρυγμά του πρὸς ὅσους ἔσπευδαν στὸ μοναστηράκι γιὰ βοήθεια ἦταν: «Μετανοεῖτε παιδιά μου, εἰδάλλως θὰ βουλιάξει ἡ Χίος». Ὁ Κύριος τοῦ φανέρωνε τὰ κρύφια τῶν καρδιῶν πολλῶν πιστῶν καὶ τοὺς διηυκόλυνε κατὰ τὴν ὥρα τῆς ἐξαγορεύσεως τῶν ἀμαρτιῶν νὰ ὁμολογήσουν.


Πολλοὶ ἦταν αὐτοὶ ποὺ διένυαν ἀπόσταση 12 ὡρῶν νηστικοί, γιὰ νὰ λάβουν χάριν εὐλογίας τὸ ἀντίδωρο ἀπὸ τὸ χέρι του.


λλοι ἐπικαλοῦντο τὸ ὄνομά του καὶ τὰς πρεσβείας τοῦ Ὁσίου, ὅσο ἦταν ἀκόμη ἐν ζωῇ,ὅπως εἷς καπετάνιος, τοῦ ὁποίου τὸ ἀνάθημα, σὲ ἀσημένιο καραβάκι, βρίσκεται εἰσέτι εἰς τὴν Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Μάρκου.


Μακαριστὸς Μητροπολίτης Χίου, Στέφανος,τὸ 1948 ἐπικαλούμενος τὰς εὐχὰς τοῦ Ὁσίου Παρθενίου καὶ τοποθετώντας τὰ ἱερὰ λείψανά τοῦ (τὰ ὁποία κατὰ διαστήματα ἐκχέουν ἁπαλὴ εὐωδία) ἐπὶ δαιμονιζομένης μοναχῆς ἐξέβαλε ἰσχυρὸ δαιμόνιο,τὸ ὁποῖο ταλάνιζε αὐτὴν ἐπὶ 17 ἔτη.


Μεγάλη Παρασκευὴ ἡ μικρὴ κόρη τοῦ Σταματίου Μανίδη εἶδε τὸν Ὅσιο νὰ κάθεται ἐπὶ τοῦ μνήματός του ἐντὸς τοῦ νάρθηκα.


Τὸ 1952 ἡ Ἀγγέλα Μανίδη, τοῦ Σταματίου καὶ τῆς Μαρίας, εἰς ἡλικίαν 20 ἐτῶν ἀπαλλάχθηκε ἀπὸ δαιμόνιο καὶ βρῆκε τὴν ἀκοή της,ἀφοῦ προσεκύνησε στὸν τάφο τοῦ Ὁσίου.


Τὸ 1961 ὁ Χίου Στέφανος χάριν εὐλογίας ἐπῆρε τρία μικρὰ ἀποτμήματα τοῦ ἱεροῦ λειψάνου τοῦ Ὁσίου διὰ νὰ τὰ μεταφέρει σὲ Μονύδρια τῆς Ἀττικῆς ἔχοντα πνευματικὴ συγγένειαν μὲ τὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Μάρκου. Ἀφοῦ τὰ φύλαξε μέσα σὲ ντουλάπα πρὶν τὸ ταξίδι του, ἡ ντουλάπα ἦρχισε νὰ σείεται τόσο πολὺ ποὺ κατάλαβε πὼς δὲν ἦταν θέλημα τοῦ Ὁσίου Πατρὸς αὐτὸ τὸ τόλμημα.


πὸ τότε πόσα ἄλλα θαυμαστὰ ἔχει ἐπιτελέσει ἡ σωρὸς τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ὁσίου, τὰ ὁποῖα περιῆλθαν στὴ λήθη τοῦ χρόνου,διότι ἡ παλαιὰ ἀδελφότης ὑπὸ τοῦ Μητροπολίτου Παντελεήμονος Φωστίνη (ἡ ὁποία τηροῦσε ἀπαρασάλευτα τὴν παράδοση τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερολογίου) διασκορπίστηκε ἀπὸ τὸν ἀντίθεο κατατρεγμὸ τοῦ 1947 – 1951 κι ἔτσι ἀπωλέσθη ὁ συνδετικὸς κρίκος μὲ τὸ σήμερα.


Κατακλείοντας αὐτὴν τὴν μικρή μας ἀναφορὰ στὸ ἁγιασμένο πρόσωπο τοῦ Ὁσίου Πατρὸς Παρθενίου τοῦ Χίου, φρονοῦμε ὅτι ἡ ἀναγραφὴ αὐτοῦ εἰς τὰς ἁγιολογικὰς δέλτους τῆς ἐν Ἑλλάδι Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ ἡ συμπερίληψή του εἰς τὸ Χιακὸν Λειμωνάριον, ἀποτελεῖ θεάρεστη πράξη καὶ σημεῖο ἀναφορᾶς τῆς παρουσίας τῶν Γ.Ο.Χ. εἰς τὴ νῆσον Χίον.


πάρχει ἤδη Ἀκολουθία Ἑσπερινοῦ καὶ Ὄρθρου ποιηθεῖσα παρὰ τοῦ Γερασίμου μοναχοῦ Μικραγιαννανίτου, καθὼς καὶ Παρακλητικὸς Κανὼν μετὰ Χαιρετιστηρίων Οἴκων καὶ Ἐγκωμίων ὑπὸ Δρος Χαραλάμπους Μπούσια.


μέτερος ἐν Χριστῷ ἀδελφός


Ὁ Εἰσηγητὴς

† Ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος