Πῶς ἑωρτάζετο ἡ Πρωτοχρονιὰ

Ἀπὸ τὸν βίον τῶν Βυζαντινῶν

1η Ἰανουαρίου δὲν ἦτο ἀνέκαθεν ἡ πρώτη ἡμέρα τοῦ ἔτους. Ἡ Ἐκκλησία ὥριζεν ὡς «πρωτοχρονιὰ» τὴν 1ην Σεπτεμβρίου. Αὐτὸ ἔγινεν ἀργότερα. Πάντως, ἡ «πρωτοχρονιὰ» δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναγνωρισθῇ ὡς ἰδιαιτέρα ἑορτή. Διὰ τοὺς Χριστιανοὺς [ἡ 1η Ἰανουαρίου] ἦτο μόνον ἡ Περιτομὴ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου Βασιλείου.

 prvtoxronia1Δὲν εἶχον ὅμως καὶ οἱ εἰδωλολάτραι τὴν αὐτὴν γνώμην. Διότι κατὰ τὸ Ρωμαϊκὸν ἡμερολόγιον ἡ 1η Ἰανουαρίου ἦτο ἡμέρα τοῦ Ἰανοῦ. Καὶ ἡ ἑορὴ τοῦ Ἰανοῦ ἀκολουθοῦσε τὴν ἑορτὴν τῶν Βρουμαλίων, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγίνοντο μεταμφιέσεις καὶ ἀσωτεῖαι. Ἡ κραιπάλη καὶ αἱ διασκεδάσεις ἐσυνεχίζοντο καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῶν ἑορτῶν αὐτῶν.

Θὰ ἐρωτήσετε ἴσως, ἐὰν αὐταὶ αἱ ἀθλιότητες ἐγίνοντο καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν μέσων χρόνων, τῆς ἐπικρατήσεως δηλαδὴ τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἔ, λοιπόν, ἐγίνοντο! Ὁ Χριστιανισμὸς ἐπάλαισε σκληρῶς διὰ νὰ νικήσῃ τὴν διαφθορὰν καὶ τὴν ἀσωτείαν. Αἱ παλαιαὶ συνήθειαι δὲν ἀπέθανον μόναι των. Ὁ εἰδωλολατρικὸς κόσμος ἠμύνθη σκληρῶς. Καὶ διὰ νὰ εἴμεθα εἰλικρινεῖς, πολλαὶ ἀπὸ τὰς ἀντιχριστιανικὰς αὐτὰς συνηθείας ἔφθασαν μέχρι τῶν ἡμερῶν μας. Βεβαίως αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖ νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι ἀσθενέστερος τῶν εἰδωλολατρικῶν συνηθειῶν. Ἀλλοιῶς πρέπει νὰ κρίνωμεν τὰ πράγματα.

ἠθικὸς καὶ ἐνάρετος βίος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἕν ἀγώνισμα, ἕν ἠθικὸν ἀγώνισμα ποὺ στηρίζεται εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς βουλήσεώς του. Ὁ Θεὸς οὐδένα ὑποχρεώνει νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὸ θέλημά Του, χωρὶς βεβαίως νὰ σημαίνῃ αὐτό, ὅτι δὲν τιμωρεῖται ὁ ἄσωτος καὶ ὁ ἀνήθικος ἄνθρωπος.

prvtoxronia2

Κατὰ τὴν Ρωμαϊκὴν λοιπὸν ἐποχὴν καὶ κατὰ τὴν Βυζαντινὴν εἰς ὡρισμένα λαϊκὰ στρώματα ἐγίνοντο διασκεδάσεις πολυήμεροι. Ἐλεύθεροι, δοῦλοι, παῖδες, ἐμέθυον καὶ μετεμφιέζοντο. Εἶναι αὐταὶ αἱ μεταμφιέσεις, αἱ ὁπαῖαι κατόπιν μετετέθησαν εἰς τὰς Ἀπόκρεω. Ἡ πρώτη τοῦ ἔτους τοὺς εὕρισκεν ὅλους μὲ ἕν κύπελλον γλυκοῦ οἴνου ἀνὰ χεῖρας διὰ νὰ ὑπάγῃ, ὡς ἔλεγον, ὅλον τὸ ἔτος καλά. Κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν τοῦ νέου ἔτους ἔτρωγον γλυκίσματα, προσέφερον δῶρα καὶ ἔπαιζον κύβους, ὡς γίνεται σήμερον μὲ τὰ χαρτιά.

[πῆρχεν ἐπίσης καὶ τὸ ἔθιμον τῆς Βασιλόπιττας. Ἐκεῖνος ποὺ εὕρισκε τὸ χρυσοῦν νόμισμα ἔκανε τὴν λεγομένην κηροδεσίαν. Ἔζωνε δηλαδὴ τὴν Ἐκκλησίαν μὲ ἕν κερένιο κορδόνι. Ἡ σύνδεσις τοῦ ἐθίμου μὲ τὸν Μέγα Βασίλειον ἐκχριστιάνισε αὐτό].

prvtoxronia3

Ἐκκλησία δὲν ἔμεινεν ἀπαθὴς εἰς τὸ θέαμα τῶν βδελυρῶν αὐτῶν ἐκδηλώσεων [ἐκ τοῦ ἐθνισμοῦ]. Ἠγωνίζετο καὶ διεφώτιζε τοὺς ἀνθρώπους περὶ τῆς σημασίας αὐτῶν τῶν ἐθίμων. Καὶ οἱ Πατέρες δὲν ἄφινον εὐκαιρίαν νὰ μὴ καταδικάσουν τὰς «διαβολικὰς πανννυχίδας τῆς εἰδωλολατρείας».

κεῖνο ὅμως ποὺ ἤλλαξε τὸν χαρακτῆρα τῶν ἑορτῶν αὐτῶν ἦτο ὁ τρόπος ἑορτασμοῦ ὑπὸ τῶν Χριστιανῶν. Τρόπος σεμνός, ἠθικός, ἐνάρετος καὶ ἀξιομίμητος. Κατὰ τὴν «Ἔκθεσιν τῆς Βασιλείου Τάξεως» τοῦ Κωνσταντίνου τοῦ Πορφυρογεννήτου, τὸ Ἱερὸν Παλάτιον κατὰ τὴν πρώτην Ἰανουαρίου ἑώρταζε τὴν ἑορτὴν τῆς Περιτομῆς καὶ τοῦ Ἁγ. Βασιλείου. Κράτος καὶ Ἐκκλησία ἡνωμένα ἔδιδον τὸ παράδειγμα μιᾶς γενικῆς συμφιλιώσεως καὶ εἰς τὸν λαόν.

Οἱ Χριστιανοί, ὑποδείγματα ἤθους καὶ ἀρετῆς, ἐτίμων τὰς μεγάλας αὐτὰς ἑορτάς. Τὰ κάλλανδα ἐμφανίζονται ἐνωρὶς καὶ οἱ χριστιανόπαιδες τὰ ψάλλουν καθ’ ὅλον τὸ μῆκος τῆς Αὐτοκρατορίας. Ἰδοὺ ἕν δεῖγμα ἀπὸ τὰ χριστιανικὰ κάλλανδα, ποὺ ἔψαλλον οἱ παῖδες τοῦ Βυζαντίου πρὸ 1500 ἐτῶν.

Οἰκοδέσποτα χαῖρε, μετὰ πάντων, οὕς ὁρῶ.

    Ἄρξομεν πρῶτ’ εἰπεῖν, «Χαίρετε πάντες ὦδε».

   Ἀγαλλιᾶσθε παῖδες καὶ ἄλλοι τεσσαράκοντα,

               Eἰς τὸ Σχολεῖον τρέχοντες γράμματα μανθάνοντες.

        Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν φύλαξον τοὺς προύχοντας.

          Ἄλφα: ἀρχηγὸς τῶν ἁπάντων.

Βῆτα: Βασιλεύει Κύριος.

    Γάμμα: Γεννᾶται Χριστός.

   Δέλτα: Διὰ λόγου Θεϊκοῦ.

        ψιλον: Ἔρχεται ἐπὶ τῆς γῆς.

        Ζῆτα: Ζωὴν φέρει τῷ κόσμῳ.

             τα: Ἥλιος ἔρχεται καὶ σελήνη.

               Θῆτα: Θεὸν προσκυνοῦμεν κ.λπ.

                  («Ἡ Φωνὴ τῆς Ὀρθοδοξίας», ἀρ. 250-251 / 24-12-1956, σελ. 8-9)