Ὀρθόδοξος Διαμαρτυρία κατὰ τῆς Ἄρσεως τῶν Ἀναθεμάτων Κωνσταντινουπόλεως – Ρώμης

ΠΡΙΝ ἀπὸ μία πεντηκονταετία, τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1965, οἱ Λατινόφρονες Οἰκουμενισταὶ τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως προέβησαν μετὰ τῶν ἐν Ρώμῃ Παπικῶν στὴν λεγομένη Ἄρσι τῶν Ἀναθεμάτων τοῦ 1054, προκειμένου νὰ διευκολύνουν τὴν ἑνωτικὴ γραμμὴ καὶ πορεία τους, χωρὶς ὅμως νὰ ἀρθοῦν οἱ αἰτίες, οἱ ὁποῖες προκάλεσαν αὐτά.

Ἀπὸ τὶς διαμαρτυρίες, οἱ ὁποῖες ἐξεφράσθησαν ὀρθοδόξως κατὰ τῆς προδοτικῆς ἐκείνης πράξεως, ἡ πλέον εὐθαρσὴς καὶ σημαντικὴ ἦταν ἡ τοῦ Ἁγίου Μητροπολίτου Φιλαρέτου, Πρωθιεράρχου τῆς Ἀδελφῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν Διασπορᾷ. Ὁ ἱερὸς Φιλάρετος, πλήρης Πνεύματος Ἁγίου, ἀληθεύων ἐν ἀγάπῃ, ἔσπευσε ἀμέσως μετὰ τὴν ἀνεπίτρεπτη ἐκείνη Οἰκουμενιστικὴ πρᾶξι, τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1965, νὰ καταγγείλη αὐτὴν ὡς κατ’ οὐσίαν παράνομη καὶ ἄκυρη, διότι ἐσήμαινε τὴν ἐξίσωσι πλάνης καὶ ἀληθείας.

scan0005


Τὸ δεκαπενθήμερο τότε ἐπίσημο περιοδικὸ τῆς Ἐκκλησίας μας «Ἡ Φωνὴ τῆς Ὀρθοδοξίας» (ἀριθ.φ. 494 / 1 Ἰουνίου 1966) προέβαλε σὲ κύριο ἄρθρο του τὸ γεγονός, καὶ ἐξεθείασε δεόντως τὴν σημασία τῆς Ὀρθοδόξου Ὁμολογίας τοῦ σεπτοῦ κοσμήματος τῆς Ὀρθοδοξίας Μητροπολίτου Φιλαρέτου, καταφερόμενο κατὰ τῶν Οἰκουμενιστῶν, καὶ ἐτόνισε τὴν ἐν Κυρίῳ καύχησι τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν Ἑλλάδος, διότι ἐκ τοιούτων Ὁμολογητῶν Ποιμένων ἔχουν τὴν προέλευσιν τῆς χειροτονίας τους οἱ Ἡγέτες τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἐκκλησίας.


Εἰς ἀπάντησιν λοιπὸν τῶν Λατινοφρόνων Οἰκουμενιστῶν, οἱ ὁποῖοι ἑορτάζουν τὶς ἡμέρες αὐτὲς τὴν πεντηκονταετία τῆς ἐπαισχύντου Ἄρσεως διὰ τῆς ἀποστολῆς δώρων στοὺς Παπικούς, συνευωχούμενοι στὴν ἀποστατική τους φθορά, ἐμεῖς προβαίνουμε στὴν ἀναδημοσίευσι τοῦ ὡς ἄνω ἄρθρου ἐκ τοῦ ἐπισήμου περιοδικοῦ τῆς Ἐκκλησίας μας, πρὸς Ὁμολογίαν τῆς Ἀληθείας, τιμὴν τῶν συγχρόνων Ὁμολογητῶν Πατέρων τῆς γνησίας τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας καὶ στηριγμὸν τοῦ Ποιμνίου ἡμῶν.


***


Δικαία Διαμαρτυρία

 

ΑΠΕΣΤΑΛΗ ἐσχάτως βαρυσήμαντος ἐπιστολὴ διαμαρτυρίας τοῦ Μητροπολίτου Φιλαρέτου, Προέδρου τῆς ἐν Διασπορᾷ Ρωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, πρὸς τὸν ἀποστάτην Πατριάρχην Ἀθηναγόρα, ἥτις ἀνεδημοσιεύθη εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 3 φύλλον τῆς 1/14 Φεβρουαρίου 1966 τοῦ ἐν Ζορντανβίλ τῶν Η.Π.Α. ἐκδιδομένου ἀνὰ δεκαπενθήμερον ρωσικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ περιοδικοῦ «Πραβοσλάβναϊα Ρούς» (Ὀρθόδοξος Ρωσία).


Ἐν αὐτῇ, ὁ Προκαθήμενος τῆς ἐν Ἀμερικῇ Ἐκκλησίας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν διαμαρτύρεται ἐντόνως κατὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου καὶ συγκεκριμένως ἐναντίον τῆς πράξεως σχετικῶς μὲ τὴν πανηγυρικὴν δήλωσιν ταυτοχρόνως μετὰ τοῦ Πάπα Ρώμης περὶ ἄρσεως τοῦ ἀφορισμοῦ, τοῦ κηρυχθέντος ὑπὸ τοῦ Πατριάρχου Μιχαὴλ Κηρουλαρίου τὸ 1054. Ἐπὶ τοῦ ὡς ἄνω θέματος ἀναφέρονται τὰ ἑξῆς χαρακτηριστικὰ καὶ ἀξιοπρόσεκτα ρήματα.

«...Ἠκούσαμεν πολλοὺς λόγους συγχύσεως, ὅταν ἡ Ὑμετέρα Παναγιότης ἐνώπιον ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου προέβη εἰς μίαν καινοτομίαν, ἄγνωστον εἰς τοὺς προκατόχους Αὐτῆς καὶ ἀντίθετον πρὸς τὸν Ι’ Ἀποστολικὸν Κανόνα, κατὰ τὴν συνάντησιν μετὰ τοῦ Πάπα Ρώμης Παύλου τοῦ ΣΤ’ εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα.


Ἄς ὁμιλήσωμεν εὐθέως καὶ ἄνευ περιστροφῶν· ὁ σκανδαλισμὸς ὑπῆρξε μέγας. Ἠκούσαμεν, ὅτι κατόπιν τούτου πολλαὶ Μοναὶ τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἠρνήθησαν νὰ μνημονεύουν τὸ ὄνομα τῆς Ὑμετέρας Παναγιότητος κατὰ τὴν Θείαν Λειτουργίαν.


Τώρα δὲ χωρεῖτε ἔτι περαιτέρω, ὅταν δι’ ἀποφάσεως Ὑμῶν καὶ τῶν Ἐπισκόπων μόνον τῆς καθ’ Ὑμᾶς Συνόδου καταργῆτε τὴν ἀπόφασιν τοῦ Πατριάρχου Μιχαὴλ Κηρουλαρίου, τὴν ἐπιβεβαιωθεῖσαν καὶ υἱοθετηθεῖσαν ἀπὸ ὅλην τὴν Ὀρθόδοξον Ἀνατολήν. Πράττοντες τοῦτο, Παναγιώτατε, ἐνεργεῖτε οὐχὶ συμφώνως πρὸς τὴν ὑφ’ ὅλης τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν υἱοθετηθεῖσαν στάσιν ἀπέναντι τοῦ Ρωμαιοκαθολικισμοῦ.


Δὲν πρόκειται περὶ τῆς τοιαύτης ἤ τοιαύτης ἐκτιμήσεως τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ Καρδιναλίου Οὐμβέρτου, δὲν πρόκειται περὶ οὐδεμιᾶς προσωπικῆς συγκρούσεως μεταξὺ τοῦ Πάπα καὶ τοῦ Πατριάρχου. Ὄχι! Ἡ οὐσία τοῦ ζητήματος ἔγκειται εἰς τὰς παρεκκλίσεις ἀπὸ τῆς Ὀρθοδοξίας, αἱ ὁποῖαι ἐρρίζωσαν εἰς τὴν Ρωμαϊκὴν Ἐκκλησίαν κατὰ τὴν ροὴν τῶν αἰώνων, ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τῆς διδασκαλίας περὶ τοῦ ἀλαθήτου τοῦ Πάπα, ἡ ὁποία διετυπώθη ὁριστικῶς εἰς τὴν Α’ Σύνοδον τοῦ Βατικανοῦ.


δήλωσις τῆς Ὑμετέρας Παναγιότητος καὶ τοῦ Πάπα ὀρθῶς ἀναγνωρίζει τὴν πρᾶξιν ἀμοιβαίας συγχωρήσεως ἀνεπαρκῆ διὰ τὴν κατάπαυσιν τόσον τῶν προγενεστέρων, ὅσον καὶ τῶν πολὺ προσφάτων διαφωνιῶν. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἀρκεῖ· ἡ πρᾶξις αὐτὴ ἐξισώνει τὴν πλάνην καὶ τὴν ἀλήθειαν. Ἐν τῇ ροῇ τῶν αἰώνων ἅπασα ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ὀρθῶς ἐπίστευσεν, ὅτι εἰς οὐδὲν παρεξέκλινεν ἀπὸ τὴν διδασκαλίαν τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἐνῷ ἡ Ρωμαϊκὴ Ἐκκλησία, εἰσήγαγεν εἰς τὴν δογματικὴν διδασκαλίαν αὐτῆς σειρὰν καινοτομιῶν, μὴ συμφώνων πρὸς τὴν Ὀρθοδοξίαν.


Ὅσον περισσότεραι καινοτομίαι εἰσήγοντο, τόσον περισσότερον διηυρύνετο τὸ σχίσμα μεταξὺ Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως...».


Ἐκ τῶν ἀνωτέρω ἐκτιθεμένων ἐν τῇ σπουδαιοτάτῃ ταύτῃ ἐπιστολῇ καθίστανται φανερὰ τὰ ὀρθοδοξώτατα φρονήματα τοῦ Μητροπολίτου Φιλαρέτου, ἡ ἀπέχθεια πρὸς τὴν αἱρετικὴν τῶν παπικῶν ἐκκλησίαν, ὡς καὶ ἡ περιφρόνησις πρὸς τὸν Προκαθήμενον τοῦ Φαναρίου, ὅστις κατ’ αὐτὸν ἐπικινδύνως ἐρωτοτροπεῖ πρὸς τὴν Δύσιν καὶ γοργῷ τῷ βήματι βαίνει πρὸς τὴν ὑποταγὴν τῆς Ὀρθοδοξίας εἰς τὸν Ρωμαιοκαθολικισμόν.


Εἶναι λίαν ἀξιοσημείωτα, ὅσα ὑπὸ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου τῆς Ὀρθοδόξου Ρωσικῆς Ἐκκλησίας ἀναγράφονται εἴς τι σημεῖον ἀναφορικῶς πρὸς τὸ ἐπίμαχον ζήτημα τῆς Ἑνώσεως τῶν δύο Ἐκκλησιῶν:


«Καμμία ἕνωσις τῆς Ρωμαϊκῆς Ἐκκλησίας μὲ ἡμᾶς δὲν εἶναι δυνατή, ἕως ὅτου δὲν ἀποκηρύξῃ αὕτη τὰ νέα δόγματά της, καὶ καμμία κοινωνία ἐν τῇ προσευχῇ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκατασταθῇ..., ἄνευ ἀποφάσεως ὅλων τῶν Ἐκκλησιῶν, ἡ ὁποία κοινωνία δὲν μᾶς φαίνεται δυνατὴ μέχρι τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας, νῦν ἠναγκασμένης νὰ ζῇ εἰς κατακόμβας».


Ὀρθότατα καὶ συμφώνως πρὸς τὰ ὑπὸ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀρχῆθεν παραδεδεγμένα τοποθετεῖ τὰ μεγάλα ἐκκλησιαστικὰ προβλήματα καὶ ἰδιαίτατα τὰ τῆς Ἑνώσεως τῆς Ὀρθοδόξου μετὰ τῆς Παπικῆς Ἐκκλησίας.


Τὸ δὲ ὕψος καὶ πλάτος καὶ βάθος τῶν γνησίων, ἀποστολικῶν καὶ ὀρθοδόξων φρονημάτων του καταφαίνεται καὶ ἐκ τῶν ἑξῆς ἀξιομνημονεύτων λόγων:


«Διὰ τοῦτο θεωροῦμεν ἀπαραίτητον νὰ δηλώσωμεν, ὅτι ἡ ἡμετέρα τῆς Διασπορᾶς Ὀρθόδοξος Ρωσικὴ Ἐκκλησία, ὅπως ἀναμφισβητήτως καὶ ἡ νῦν εὑρισκομένη εἰς κατακόμβας Ρωσικὴ Ἐκκλησία, δὲν θὰ δεχθῇ κανένα διάλογον ἐπὶ τῶν δογμάτων μὲ τὰς ἄλλας Ὁμολογίας καὶ ἐκ τῶν προτέρων ἀπορρίπτει πᾶσαν σχετικὴν συμφωνίαν μετ’ αὐτῶν, ἀναγνωρίζουσα τὴν δυνατότητα ἀποκαταστάσεως τῆς ἑνότητος μετ΄ αὐτῶν μόνον, ἐὰν αὗται ἀποδεχθοῦν πλήρως τὴν Ὀρθόδοξον διδασκαλίαν, ὑφ’ ἥν μορφὴν αὕτη διεφυλάχθη μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας...».


Καὶ ἀλλαχοῦ:


«Βεβαίως δὲν εἴμεθα ἐναντίον τῶν εὐμενῶν ἀμοιβαίων σχέσεων μὲ τοὺς ἐκπροσώπους ἄλλων Ὁμολογιῶν, ἐφ’ ὅσον δι’ αὐτῶν δὲν προδίδεται ἡ ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας».


Τοιοῦτοι Προκαθήμενοι Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν εἶναι ἄξιοι νὰ φέρωσι τὸν τιμητικὸν τίτλον καὶ τὴν ἔνδοξον ἐπωνυμίαν τοῦ «Ὀρθοδόξου» Ποιμένος, ὅταν πιστεύωσιν ἀκραδάντως καὶ ἀμετακινήτως εἰς τὴν Ὀρθοδοξίαν καὶ μόνον εἰς τὴν Ὀρθοδοξίαν.


Ἀποτελεῖ καύχημα ἐν Χριστῷ δι’ ἡμᾶς τοὺς ἀκολουθοῦντας τὸ Πάτριον Ἑορτολόγιον Γνησίους Ὀρθοδόξους Χριστιανοὺς τὸ ὅτι ἐκ τοιούτων Ποιμένων ἔχουσι τὴν προέλευσιν τῶν χειροτονιῶν αὐτῶν οἱ Ἡγέται τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἐκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος.


Ἄς εὐχηθῶμεν τῷ Ὑψίστῳ, ὅπως ἀναδείξῃ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ Του Ποιμένας μὲ ὀρθόδοξον συνείδησιν καὶ ὀρθόδοξα φρονήματα, ἵνα οὕτω ἐξυψώσωσι τὸ γόητρον τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ὁδηγήσωσι ἐπὶ τὴν κρυσταλλίνην πηγὴν τοῦ ζῶντος ὕδατος τῆς Ὀρθοδοξίας τὰς ψυχὰς τὰς διψώσας τὴν Ἀλήθειαν!