Ὀρθοδοξία καί Εἰκονομαχία

Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας 2012


Ὁμιλία τοῦ Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Χριστιανουπόλεως κ. Γρηγορίου


«Αὕτη ἡ ἡμέρα ἥν ἐποίησεν ὁ Κύριος ἀγαλλιασώμεθα καί εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ». 

 

     Τά ἴδια ἀκριβῶς λόγια τοῦ Ψαλμωδοῦ, νομίζω ὅτι ἐπιτρέπεται νά χρησιμοποιήσουμε καί ἐμεῖς, Μακαριώτατε πάτερ καί Δέσποτα, γιά νά ἑορτάσουμε τήν ἀναστήλωση τῶν Ἱερῶν Εἰκόνων, τήν λαμπρή αὐτή ἡμέρα τῆς Ὀρθοδοξίας.


      Καί ἰσχυριζόμεθα αὐτό, Σεβασμιώτατοι, τίμιο πρεσβυτέριο καί ἀγαπητοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, ὅτι σήμερον λαμπροφορεῖ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἐπί ἕναν αἰώνα περίπου ἐστερεῖτο τό Ἱερόν ἐκτύπωμα τοῦ Νυμφίου της, τῆς Ὑπερμάχου Προστάτιδος καί τῶν Ἁγίων.


      Ὁ Χριστός μετά τό σωτήριον Πάθος Του, τήν Ἀνάστασίν Του καί τήν ἔνδοξον Ἀνάληψίν Του γιά τήν συνέχιση τοῦ σωτηριολογικοῦ Του ἔργου ἔθεσε μέσα στήν Ἐκκλησία Του ὡς ἡγήτορες, τούς Ἀποστόλους καί οἱ Ἀπόστολοι μέ τήν σειρά τους ἔδωσαν τήν σκυτάλη τῆς συνέχειας τοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ στούς μεταποστολικούς Πατέρες ἕως καί σήμερα.

kyriaki-orth_2012a
      Στήν πορεία αὐτή ἀνεφύησαν αἱρέσεις οἱ ὁποῖες στόχο εἶχαν νά ἐμποδίσουν ἤ νά ἀκυρώσουν τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή τήν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Μία ἀπό αὐτές ἦταν καί ἡ αἵρεση τῆς Εἰκονομαχίας. Θά ἀναφερθοῦμε ἐν συντόμῳ στίς αἱρέσεις πού προηγήθηκαν μέχρι τήν ἐποχή τῆς Εἰκονομαχίας ἕως τόν 8ο αἰώνα, διότι θά διαπιστώσουμε κατά αὐτόν τόν τρόπο τίς μεθοδεύσεις τοῦ ἐχθροῦ τοῦ ἀνθρώπου, πού δέν εἶναι ἄλλος ἀπό τόν ἴδιο τόν διάβολο.


      Ξεκινώντας ἀπό τούς πρώτους Ἀποστολικούς χρόνους βλέπουμε τούς Μαθητές τοῦ Χριστοῦ, ὑπό δυσμενέστατες συνθῆκες νά κηρύττουν τόν Εὐαγγελικό λόγο γιά τήν σωτηρία τοῦ κόσμου.


      Καί ἐνῶ μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ ὑπερνικοῦν τίς ἀντιδράσεις ἀρχόντων ἀθέων καί εἰδωλολατρῶν, ἐν τούτοις συναντοῦν σοβαρά ἐμπόδια λόγῳ τῆς ταυτόχρονης ,μέ τήν ἀποστολική τους δράση, ἐξαπλώσεως αἱρετικῶν, σοφιστικῶν καί ἀληθοφανῶν διδαχῶν, διά τῶν ὁποίων οἱ ἐχθροί τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ προσπαθοῦν νά παραπλανήσουν τούς νεοφώτιστους Χριστιανούς καί νά τούς ἀπομακρύνουν ἀπό τήν ὁδό τῆς Ἀληθείας.


      Τό ἴδιο ἀκριβῶς ἐπαναλαμβάνεται στήν περίοδο τῶν ἀποστολικῶν διαδόχων, κατά τήν ὁποία τύραννοι, εἰδωλολάτρες καί αἱρετικοί ἑνώνουν τίς δυνάμεις τους, γιά ν' ἀφανίσουν - ὅπως πίστευαν - τήν διδασκαλία τῆς Χριστιανικῆς Ἀγάπης καί Δικαιοσύνης ἤ διαφορετικά τήν σώζουσα πίστη.


     Μάταια ὅμως. Ἡ ἀκατανίκητη δύναμη τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία κατά κανόνα τελειοῦται μέσα ἀπό τούς διωγμούς καί τίς θλίψεις τῶν πιστῶν, ὁδηγεῖ τήν Ἐκκλησία Του σέ μεγαλειώδεις ἐπιτυχίες, ἕως ὅτου τό ἱεραποστολικό της ἔργο νομιμοποιεῖται ἀπό τό διάταγμα τῶν Μεδιολάνων κατά τό 313 μ.Χ.


      Παρά ταῦτα, καί ἐνῶ τήν μαρτυρική στρατιά τοῦ Χριστοῦ ἔχουν ἀρχίσει νά πλαισιώνουν διδάσκαλοι Οἰκουμενικοί καί Πατέρες τρισόλβιοι καί ἀκαταμάχητοι, ἐν τούτοις μία αἵρεση - αὐτή τοῦ Ἀρείου - θά τήν συνταράξει καί θά προξενήσει σημαντικές φθορές στίς τάξεις τῆς Ἐκκλησίας.


      Στίς σκόπιμες αἰτιάσεις τοῦ Ἀρείου κατά τῆς Θεότητος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, θά συμμαχήσουν μερικά χρόνια ἀργότερα οἱ Πνευματομάχοι Νεστόριος καί Μακεδόνιος, τούς ὁποίους οἱ δύο πρῶτες Οἰκουμενικές Σύνοδοι τούς παραδίδουν στήν αἰώνια καταισχύνη.


      Οἱ ἑπόμενοι αἱρεσιάρχες, πού θά προσπαθήσουν νά νοθεύσουν τήν κρυστάλλινη καί διαυγέστατη διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου, εἶναι περισσότερο προσεκτικοί καί πονηροί τῶν προγενεστέρων κι ἐπιλέγουν νά μή βάλουν εὐθέως κατά τῆς Θεότητος τοῦ Θεανθρώπου, ἀλλά νά στρέψουν τά βέλη τους κατά τῆς ἀνθρωπίνης ὑποστάσεώς Του. Ἔτσι αὐθαιρέτως συνενώνουν τήν ἀνθρώπινη φύση Του στήν Θεϊκή καί μαζί μέ αὐτήν προσαρτοῦν τήν θέλησί Του καί τήν ἐνέργειά Του, πού εἶχε ὡς τέλειος ἄνθρωπος. Ὁ Εὐτυχής καί ὁ Διόσκουρος, οἱ σημαντικοτεροι εἰσηγητές τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ καί Μονοθελητισμοῦ, θά καταδικαστοῦν ἀπό τήν Δ΄, τήν ΣΤ´ καί τήν Πενθέκτη Οἰκουμενική Σύνοδο.


       Ἀφοῦ λοιπόν ὅλοι αὐτοί οἱ ὑπηρέτες τοῦ ψεύδους δέν θά κατορθώσουν οὔτε νά πλήξουν τήν Θεότητα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλ' οὔτε καί νά ὑποβαθμίσουν τήν ἀνθρώπινη φύση Του καί τίς ἐξηρτημένες ἀπό αὐτήν θέλησή Του καί ἐνέργεια, οἱ διάδοχοί τους προτιμοῦν νά πολεμήσουν αὐτή τή φορά τό ἐκτύπωμα τῆς Ἁγίας μορφῆς Του πιστεύοντας ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι αὐτό τό ἀνόσιο ἔργο τους θά ἐστέφετο ἀπό ἐπιτυχία. Ἔτσι δημιουργήθηκε ἡ εἰκονομαχική αἵρεση, ἡ  ὁποία διήρκεσε ἓναν περίπου αἰώνα καί πρόσθεσε στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ Μάρτυρες καί Ὁμολογητές.


      Ἡ αἵρεση αὐτή ἔχει κοινές ρίζες μέ τίς προγενέστερες. Κύριος στόχος τῶν εἰσηγητῶν της εἶναι μέ διάφορους τρόπους - εὐθεῖς καί πλαγίους -  νά παρουσιάσουν ἕναν διαφορετικό Χριστό ἀπό αὐτόν πού ὁ Ἴδιος ἐφανέρωσε στόν κόσμο.


      Ἐπίσης οἱ αἱρεσιάρχες αὐτοί ὅπως καί οἱ προηγούμενοι, σκοτισμένοι καί ὑποδουλωμένοι σέ κάθε μορφῆς κακία συνεργάστηκαν μέ τόν ἴδιο τόν σατανᾶ καί προσπάθησαν μέ κάθε τρόπο να  ἀνατρέψουν τά ἀκατάλυτα ἀποστολικά καί ἁγιοσυνοδικά ὅρια.


      Τήν δεινή αὐτή αἵρεση εἰσάγει στήν Βασιλεύουσα ἡ δυναστεία τῶν Ἰσαύρων μέ ἐπικεφαλῆς τόν αὐτοκράτορα Λέοντα τόν Γ΄(716-740 μ.Χ.),  ὁ ὁποῖος ἔχοντας στό πλευρό του τόν στρατό, τίς ἀνώτερες κοινωνικές τάξεις καί σημαντική μερίδα ἐπιόρκων κληρικῶν, στρέφεται ἀπό τό 726 καί μετέπειτα κατά τῆς προσκυνήσεως τῶν Ἱερῶν Εἰκόνων.


     Μέ χρήση ἀπειλῶν, βίας καί διωγμῶν, ἀπαγορεύει στούς πιστούς νά προσκυνοῦν Ἱερές Εἰκόνες καί Ἅγια Λείψανα, διατάσσει τήν ἀφαίρεσή τους ἀπό τούς Ναούς, στηρίζοντας ὅλες αὐτές τίς ἀνόσιες πράξεις του στόν Ἰουδαϊκό Νόμο, πού ἀπαγορεύει τήν χρήση εἰδώλων καί ὁμοιωμάτων. Ἡ ὠμή καί ἀπροκάλυπτη διά τῆς βίας ἐπέμβαση τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας στά ἐκκλησιαστικά ζητήματα, ἐγείρει ἀντιδράσεις, πού ὁδηγοῦν σέ μεγάλη ἀναστάτωση τήν κραταιά Αὐτοκρατορία. Παρ' ὅλα αὐτά οἱ περισσότεροι Ναοί στήν Βασιλεύουσα, συμπεριλαμβανομένης καί τῆς Ἁγίας Σοφίας, διατηροῦν ἀνέπαφα τά περίφημα ψηφιδωτά τους καί τίς  νωπογραφίες τους.


      Εἶναι γνωστοί οἱ λόγοι γιά τούς ὁποίους οἱ Ἱερές Εἰκόνες εἶχαν μετακινηθεῖ ἀπό τήν ἀρχική τους θέση.  Γιά αὐτό δέν θά ἀναφερθοῦμε σέ ἱστορικά γεγονότα ἀλλά θά σταθούμε περισσότερο στόν χαρακτήρα τῶν Ἱερῶν Εἰκόνων, διότι ἡ προσκύνησή τους ἀποτελεῖ ζήτημα πίστεως καί σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου.


      Πρῶτον λοιπόν θά ἀναφερθοῦμε στίς Ἱερές Εἰκόνες, ἑστιάζοντας κυρίως στόν ἁγιαστικό τους χαρακτήρα, καί δεύτερον θά ἐπιχειρήσουμε ἀναδρομή στήν περίοδο τῆς Εἰκονομαχίας καί σέ γεγονότα ἀπό τήν ἀλλαγή τοῦ ἡμερολογίου-ἑορτολογίου (1924) καί ἑξῆς.
Ὁ χαρακτήρας τῶν Ἱερῶν Εἰκόνων.


1. Ὁ διηγηματικός χαρακτήρας, σύμφωνα μέ τόν ὁποῖο, ὁ ἁγιοράφος ἀναπαριστᾶ, μέ τόν χρωστήρα του θεῖα πρόσωπα, Εὐαγγελικές περικοπές, θαυμαστά γεγονότα ἀπό τήν ζωή τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἀειπαρθένου Μητρός Του, ἀποτυπώνει τούς σταθμούς καί τήν ἱερά δραστηριότητα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καί περιγράφει μαρτύρια Ἁγίων ἀνδρῶν καί γυναικῶν. Γι᾽ αὐτό τόν λόγο σέ πολλές εἰκόνες ὁ ἁγιογράφος συνηθίζει νά γράφει τήν λέξη «ἱστορήθη».


2.  Ὁ δογματικός χαρακτήρας, σύμφωνα μέ τόν ὁποῖο ἀποτυπώνεται ἡ ὑπόστασις τοῦ Θεοῦ, καθώς ἡ οὐσία Του εἶναι παντελῶς ἀνέκφραστος καί ἀκατάληπτος.


3. Ὁ ἁγιαστικός χαρακτήρας κατά τόν ὁποῖο μία εἰκόνα, ἕνα Ἃγιο Λείψανο, ἕνα μαρτυρικό ἔνδυμα, ἐνεργοποιοῦν καί μεταδίδουν τήν ἁγιαστική χάρη μέ τήν ὁποία εἶναι ἀναποσπάστως συνδεδεμένα. Αὐτή ἡ Θεία Χάρις πλουσιοπάροχα ἐνεργοποιεῖται κάτω ἀπό ἀνερμήνευτες συνθῆκες, μέ θαύματα παράδοξα καί ἐκπληκτικά, τά ὁποῖα ὄχι μόνο διαβάζουμε στά Ἱερά βιβλία, ἀλλά καί συχνά βιώνουμε στήν διάρκεια τῆς ζωῆς μας.


1ον Ὁ διηγηματικός χαρακτήρας.
      Κατ’ἀρχήν ὁ διηγηματικός χαρακτήρας τῶν Ἱερῶν Εἰκόνων ἐπιτελεῖ κατηχητικό ἒργο στούς ἁπλουστέρους καί τούς ἀγραμμάτους, οἱ ὁποῖοι ἀδυνατοῦν νά κατανοήσουν τίς διδαχές τῶν Ἱερῶν Βιβλίων. Γι' αὐτό ἐπικεντρώνουν τήν προσοχή τους στίς ἱερές εἰκόνες μέσῳ τῶν ὁποίων ἔρχονται σέ ἐπαφή μέ τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί γνωρίζουν Εὐαγγελικά γεγονότα, πού τούς ὁδηγοῦν στόν δρόμο τῆς ἀληθινῆς πίστεώς μας. Ἔτσι ἀπό τήν Εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως διδάσκονται ὅτι ὁ Χριστός μας ἐνίκησε τόν θάνατον, ἀπό τήν Σταύρωση πληροφοροῦνται ὅτι θυσιάσθηκε γιά τήν σωτηρία μας καί ἀπό τήν Γέννησή Του βλέπουν ὅτι προτίμησε τήν πτωχεία, γιά νά μᾶς διδάξει τήν ταπείνωση καί νά ὑποδείξει ὅτι ὁ δρόμος τῶν θλίψεων καί τῶν στερήσεων, ἀνοίγει διάπλατα τήν θύρα τοῦ Παραδείσου.


      Οἱ διηγήσεις ἐπίσης τῶν Ἱερῶν Παραστάσεων ἐπιδροῦν στίς τρυφερές ψυχές τῶν μικρῶν παιδιῶν καί ἐντυπώνουν στόν ἀπονήρευτο νοῦ τους καί στήν καθαρή τους καρδιά τά ἱερά πρόσωπα τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας καί τῶν Ἁγίων καί ἐνσταλάζουν στήν ψυχή τους τόν πρῶτο σεβασμό καί τήν ἀγάπη γιά τά ἱερά αὐτά πρόσωπα.


      Οἱ Ναοί ἐπίσης διακοσμημένοι μέ θεῖες Εἰκόνες, ἁπλώνουν δίχτυ προστασίας στήν σκέψη τῶν ἐκκλησιαζομένων καί τούς ἐμποδίζουν νά μετεωρίζονται σέ μάταιους καί ἀνωφελεῖς λογισμούς. Ἡ εἰκαστική τέχνη ,σύμφωνα μέ τούς Καππαδόκες Πατέρες, εἶναι παιδαγωγικό μέσο, εἶναι ἡ τέχνη τοῦ λαοῦ, τό βιβλίο τῶν ἀγραμμάτων καί συμπληρώνει τό κατηχητικό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας.


2ον Ὁ δογματικός χαρακτήρας.
      Ὁ δογματικός χαρακτήρας τῶν Ἱερῶν Εἰκόνων, ὅπως προαναφέρθηκε, ἀφορᾶ τήν ἀπεικόνιση τῆς ὑποστάσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου καί δέν συσχετίζεται μέ τήν Θεία οὐσία Του, πού εἶναι ἀνέκφραστη καί ἀκατάληπτη.


      Τό ἴδιο ἰσχύει καί μέ τήν ἀπεικόνιση τῶν Λειτουργικῶν Πνευμάτων. Κάθε ἁγιογράφος ὀφείλει νά ἀπεικονίσει τήν μορφή τῶν Ἀγγέλων καί τῶν λοιπῶν ἐπουρανίων δυνάμεων, ὅπως αὐτή περιγράφεται ἀπό Προφῆτες, Ἀποστόλους, Μυροφόρους γυναῖκες, Μάρτυρες καί ἄλλα πρόσωπα τά ὁποῖα ἀξιώθηκαν τῶν ἀγγελικῶν ἐπισκέψεων καί τῆς μετ' αὐτῶν συνομιλίας. Καί στήν ἀπεικόνιση ἐπίσης ἑνός Ἁγίου, αὐτό πού ἀποτυπώνεται εἶναι ἡ ἐξωτερική μορφή καί διάπλασή του, καθ' ὅτι ἡ ψυχή, ὡς ἀόρατος καί ἄϋλος, δέν ἀπεικονίζεται καί δέν ἐμπίπτει στίς σωματικές μας αἰσθήσεις.


      Γι' αὐτό πρός ἄρσιν ὁποιασδήποτε παρανοήσεως, οἱ Διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας μας ἀπό τόν Μέγα Βασίλειο ἕως τόν Ἱερό Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό καί τόν Ὁμολογητή Θεόδωρο τόν Στουδίτη, διεκήρυξαν ἀπό κοινοῦ μέ τούς Πατέρας τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὅτι ἡ προσκύνηση τῶν Ἱερῶν Εἰκόνων ἔχει μόνον τιμητικόν χαρακτῆρα, ἡ δέ τιμή μεταβαίνει εἰς τό πρωτότυπον τοῦ εἰκονιζομένου προσώπου, καί ὄχι στά ὑλικά ἀπό τά ὁποῖα κατασκευάζεται ὁποιαδήποτε Ἱερά Εἰκόνα.


3ον Ὁ ἁγιαστικός χαρακτήρας.
      Ἐδῶ θά πρέπει νά διευκρινισθοῦν ὁρισμένα ζητήματα τά ὁποῖα σέ κάποιες περιπτώσεις προκαλοῦν σκανδαλισμό τῶν πιστῶν καί πολλές φορές δημιουργοῦν εὔλογες ἀπορίες ἤ καί δικαιολογημένη σύγχυση ἀπόψεων. Πολλοί εἶναι ἐκεῖνοι πού πιστεύουν ὅτι μία Ἱερά Εἰκόνα εἶναι  περισσότερο θαυματουργή ἀπό μία ἄλλη. Αὐτή ἡ πεποίθηση δέν εἶναι ὀρθή. Τό ἄν μέσῳ ὁποιασδήποτε Εἰκόνας ἐπιτευχθεῖ κάποιο θαῦμα ἤ καταγραφεῖ ἕνα παράδοξο γεγονός, αὐτό ἐξαρτᾶται πρωταρχικά καί ἀναντίρρητα ἀπό τόν Κύριόν μας, ὁ Ὁποῖος ἀποτελεῖ τήν ἀνεξάντλητο πηγή τῶν θαυμάτων καί τά πάντα συντελοῦνται σύμφωνα μέ τό Ἅγιον θέλημά Του.


      Ἐκεῖνος μόνον γνωρίζει σέ ἀπόλυτο βαθμό, ποιός ἄνθρωπος πρέπει νά εὐεργετηθεῖ, Αὐτός ἐτάζει νεφρούς καί καρδίας, ὁ Ἴδιος δωρίζει τό φῶς τῆς ἡμέρας καί τό νερό τῆς βροχῆς σέ δικαίους καί ἀδίκους. Ἑπομένως δέν εἶναι κάτι παράδοξο ὅταν μέσῳ μίας Ἱερᾶς Εἰκόνος εὐεργετηθεῖ ἕνας ὀλιγόπιστος καί ἁμαρτωλός ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἔχει τήν ἀνάγκη τοῦ ἰατροῦ, καί ἀγνοηθοῦν οἱ δεήσεις ἑνός ἐνάρετου Χριστιανοῦ, πού δοκιμάζεται γιά τήν σταθερότητα τῆς πίστεώς του καί τήν ἐπιβράβευση τῆς ὑπομονῆς του. Τά κριτήρια λοιπόν μέ τά ὁποῖα οἱ Ἱερές Εἰκόνες καί τά Ἀγιασμένα Λείψανα ἀναδεικνύουν τήν θαυματουργική τους δύναμη καί χάρη, ὑπέρκεινται τῶν ἀνθρωπίνων νοητικῶν δυνάμεων.
Μόνον ὁ Θεός γνωρίζει τούς συγκεκριμένους κάθε φορά λόγους, γιά τούς ὁποίους ἐπιτελεῖται κάποιο θαῦμα μικρό ἤ μεγάλο, ἐκ μέρους τῶν διαφόρων ἀνά τήν Οἰκουμένη προσκυνημάτων.Ὅλα αὐτά βεβαίως ἰσχύουν ὑπό τήν προϋπόθεση ὅτι τά ἁπανταχοῦ καταγραφόμενα θαύματα ἐμπεριέχουν τήν προαπαιτούμενη ἀξιοπιστία καί σοβαρότητα καί δέν ἔχουν καμμία ἀπολύτως σχέση μέ ἐκεῖνα πού μεθοδεύονται ἀπό γόητες καί ἱερόσυλους ἤ διαφημίζονται ἀπό κενόδοξους καί πλανεμένους ἀνθρώπους.

 
      Ποιός μπορεῖ νά ἀμφισβητήσει τό μεγάλο θαῦμα πού ἐνήργησε ἡ Ἱερά Εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ στήν Βηρυττό; Ἴσως νά μήν ὑπάρχει ἄλλο παρόμοιο ἱστορικό προηγούμενο. Ἡ χαριτόβρυτος αὐτή Εἰκόνα, μέ ὅσα παράδοξα καί ὑπέρ φύσιν ἐπιτελοῦσε καθημερινῶς, ἔπεισε ὁλόκληρη τήν Ἑβραϊκή Συναγωγή τῆς Βηρυττοῦ νά ἀσπασθεῖ τόν Χριστιανισμό καί ἐν συνεχείᾳ νά βαπτισθοῦν ὅλοι οἱ Ἑβραῖοι τῆς κοινότητας.


      Ποιός ἀγνοεῖ τήν Ἱερά Εἰκόνα τῆς Ἐγγυήτριας τῶν ἁμαρτωλῶν Θεοτόκου Μαρίας, ἡ ὁποία ἔδωσε τό ἔναυσμα στήν ἐξ Αἰγύπτου συνώνυμό της Ὁσία, ν' ἀρνηθεῖ τήν ἁμαρτία καί νά καταστεῖ τό φωτεινότερο παράδειγμα μετανοίας;


      Ποιός λησμονεῖ τήν παρουσία τῆς Θεομήτορος,ἡ ὁποία ἐκάλεσε μέσα ἀπό τήν Εἰκόνα της τόν Ζωγραφίτη Ἀσκητή καί τόν ἐνημέρωσε ὅτι οἱ Λατινόφρονες ἐχθροί τοῦ Υἱοῦ της καί τῆς Ἰδίας, ἑτοιμάζονται νά πυρπολήσουν τήν Ἀθωνική Μονή τοῦ Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου;
Σέ θαυματουργή Εἰκόνα τῆς Θεομήτορος στήν Βασιλεύουσα προσέφυγε ὁ Ἰβηρο-Σκητιώτης Νεομάρτυς Ἰγνάτιος γιά νά ἐπιτύχει τό ποθούμενον Μαρτύριον τό ὁποῖον μέ θαυμαστό τρόπο τρεῖς φορές ἐπικυρώθηκε, ὑπό τῆς Ἱερᾶς Εἰκόνος, ὅπως αὐτό βεβαιώνεται στόν βίο τοῦ Ὁσιομάρτυρος.


      Στήν Ἱερά Εἰκόνα τῆς Θεομητορικῆς Δεήσεως προσηύχετο καθημερινῶς στό ἀσκητικό του κελί ὁ  Ἃγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος -ἀκόμη καί ὅταν ἐβασανίζετο ἀπό ὑδρωπικία- καί πολλάκις ἐστέκετο μετέωρος (δηλαδή δέν πατοῦσε στήν γῆ) μέ τήν πρεσβεία τῆς Θεοτόκου, ὅπως αὐτό βεβαιώνεται ἀπό τόν μαθητή του Νικηφόρο.


      Ὅπως προαναφέρθηκε ἡ θαυματουργική ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ἐνεργοποιεῖται καί μέσω τῶν Ἱερῶν Λειψάνων. Ποιός λοιπόν μπορεῖ ν' ἀμφισβητήσει τό ὑπερφυές θαῦμα, πού ἐνήργησε ἡ χάρις τοῦ Ζωοποιοῦ Πνεύματος μέσω τοῦ ἀδιαφθόρου σκηνώματος τῆς Παρθενομάρτυρος Εὐφημίας; Ὅταν ὁλόκληρη ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἐκλονίζετο ἀπό τήν Μονοφυσιτική αἵρεση καί εὑρίσκετο σέ ἀπορία περί τοῦ πρακτέου, τότε θείᾳ νεύσει προσέφυγε στό μαρτυρικό λείψανο τῆς Ἁγίας, ἡ ὁποία διετράνωσε τό Ὀρθόδοξο δόγμα, θέτουσα ὑπό τούς πόδας της τόν λανθασμένο τόμο τῆς αἱρέσεως τοῦ Διοσκούρου.
Ἐνώπιον τῶν Ἱερῶν σκηνωμάτων τῶν Ἁγίων Κύρου καί Ἰωάννου ὁ Ἁγιώτατος Πατριάρχης Ἰεροσολύμων Σωφρόνιος ἀνέπεμπε καθημερινά ἐπίπονες παρακλήσεις καί συνεχεῖς δεήσεις διά νά τύχει τῆς συμπαθείας τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων καί νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό ἀνίατη ἀσθένεια τῶν ὀφθαλμῶν του.


      Ἀλλά μόνον ἀπό τά λείψανα τῶν Ἁγίων καί τίς Ἱερές Εἰκόνες πηγάζει ἡ Χάρις τῶν ἰάσεων καί τῶν παραδόξων θαυμάτων; Ἀσφαλῶς ὄχι. Οἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων βεβαιώνουν ὅτι ἀκόμη καί αὐτή ἡ σκιά τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου θεράπευε τούς ἀσθενοῦντας, ὅπως καί ἡ μηλωτή τοῦ Προφήτου Ἠλιοῦ διαίρεσε τόν Ἰορδάνη ποταμό, ὅταν ἦλθε σέ ἐπαφή μέ τά εὐλογημένα ὕδατά του.


      Ὁ χιτώνας τοῦ Μ. Ἀντωνίου ἔδινε στόν μαθητή του Μέγα Ἀθανάσιο  ἰδιαίτερη πνευματική δύναμη καί χαρά κάθε φορά πού τόν χρησιμοποιοῦσε. Αἰσθανόταν παρηγορία καί δύναμη φορώντας τον, ἔπειτα ἀπό τούς ἐξαντλητικούς ἀγῶνες του κατά τοῦ Ἀρειανισμοῦ, γι’ αὐτό καί τόν τιμοῦσε ὡς ἱερό ἒπαθλο.


      Τό σχοινί πού τυλίχθηκε στόν ἱερό τράχηλο τοῦ Νεομάρτυρος Πολυδώρου ἀπάλλαξε ἀσθενοῦντα ἀπό δαιμόνιο καί τά αἱματωμένα νεομαρτυρικά ἐνδύματα τοῦ Ἐσφιγμενίτου Τιμοθέου πλημμυρίζουν ἀπό εὐωδία τούς συνασκητές του.


      Ὅσα ἀναφέραμε εἶναι ἁπλῶς ἐνδεικτικά καί ἀπειροελάχιστα μπροστά στό ἀμέτρητο πλῆθος τῶν παραδόξων καί τῶν ὑπερφυῶν θαυμάτων, πού ἐνεργεῖ καθημερινά ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ μέσω τῶν Ἱερῶν Εἰκόνων καί τῶν ἁγιασμένων Λειψάνων. Αὐτά ἀνέτρεψαν στήν πράξη τήν  εἰκονομαχική αἵρεση, κατενίκησαν τήν Ἰουδαΐζουσα ὑποκριτική θεωρία της καί ἐσκόρπισαν στά τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα τήν ἐπιχειρηματολογία της. Δέν εἶναι τυχαῖο τό γεγονός ὅτι ἡ Ζ´ Οἰκουμενική Σύνοδος ἀφιέρωσε πάρα πολύ χρόνο στήν ἀναφορά θαυμάτων τά ὁποῖα τελοῦνταν μέσῳ τῶν Ἱερῶν Εἰκόνων.


      Ὁλοκληρώνοντας το τρίτο μέρος, τό ἁγιαστικό –θεραπευτικό, κρίνεται ἀπαραίτητο νά τονίσουμε ὅτι ὁ Χριστός στήν ἐπείγεια παρουσία Του χρησιμοποίησε δύο μέσα γιά νά ὁδηγήσει σέ μετάνοια τόν ἄνθρωπο: τό κήρυγμα καί τό θαῦμα. Ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος πού δέν ἐρχόταν σέ μετάνοια μέ τό κήρυγμα, πειθόταν μέ τό θαῦμα γιά τήν βεβαιότητα τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖνος ὅμως πού δέν πειθόταν οὔτε μέ τόν λόγο ἀλλά οὔτε καί μέ τό θαῦμα παρέμενε ἄπιστος καί ἀμετανόητος. Τέτοιοι ἄνθρωποι ἦταν πρωτίστως οἱ Ἑβραῖοι, οἱ ὁποῖοι ὅμως ὄχι μόνον δέν πίστεψαν στην Ἀλήθεια, ἀλλά καί τήν πολέμησαν μέ τήν συμπαράσταση, μέ τήν συμμετοχή καί τίς περισσότερες φορές μέ τήν πρωτοβουλία τῆς ἴδιας τῆς αὐτοκρατορίας.


      Κατά τήν Εἰκονομαχία τό ἴδιο τό κράτος  (ἡ τότε κραταιά αὐτοκρατορία, ἡ ὁποία ἀπό τούς Φράγκους καί τούς ἀπογόνους αὐτῶν καθιερώθηκε νά ὁνομάζεται Βυζάντιο)ἐφάρμοζε ὄχι μόνο διά νόμου τίς ἀποφάσεις τῶν εἰκονομάχων ἀλλά και διά τῆς βίας (διωγμοί). Ἡ ἲδια τακτική ἀκολουθήθηκε καί ἀπό τούς ἡγέτες τῆς πολιτείας καί τῆς Ἐκκλησίας καί κατά τό 1924 καί ἐντεῦθεν μέ τήν εἰσαγωγή τοῦ νέου ἡμερολογίου καί τήν ἀλλαγή τοῦ ἑορτολογίου.
Θεωροῦμε ὅτι ἡ εἰσαγωγή τοῦ νέου ἡμερολογίου δίχασε τούς πιστούς σέ παλαιοημερολογίτες καί νεοημερολογίτες. Ἐάν λοιπόν ἐγώ (καί τό ἐγώ εἶναι ἀντιπροσωπευτικό γιά ὅλους ὅσους εὑρισκόμεθα ἐδῶ) σήμερα ἀκολουθῶ ἕνα ἐκ τῶν δύο ἡμερολογίων - ἑορτολογίων, τότε ἀπέναντί μου ἔχω τόν ἀδελφό μου, τόν ὁποῖο ὀφείλω νά προσεγγίσω μέ μία παραίνεση, μέ ἕναν ὑπαινιγμό, μέ τήν προσευχή μου, ἀκόμα καί μέ τήν σιωπή μου καί μέ τό παράδειγμά μου, τό ὁποῖο ἴσως τελικά νά φέρνει περισσότερα θετικά ἀποτελέσματα ἀπό τήν καλύτερη παραίνεση καί συμβουλή.


      Στήν ἀναδρομή – παραλληλισμό τῆς περιόδου τῆς Εἰκονομαχίας καί ἐκείνης τῶν τελευταίων 88 ἐτῶν, σχετικά μέ τήν στάση τῆς κρατικῆς καί ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας, θά θέλαμε νά ἐπισημάνουμε τά ἑξῆς:


1. Μεροληπτική στάση τοῦ κράτους.
Α. Ἀλλαγή ἡμερολογίου-ἑορτολογίου
Ἡ Εἰκονομαχία, μία πολιτική πού εἰσήχθη καί ὑποστηρίχθηκε ἀπό τούς βυζαντινούς αὐτοκράτορες, ἐξελίχθηκε σέ ἐκκλησιαστική ἒριδα. Κατά παρόμοιο τρόπο καί τό κράτος, εἰσάγοντας τό νέο ἡμερολόγιο, δίχασε τούς πιστούς.
2. Ἐφαρμογή άποφάσεων διά τῶν νόμων καί διά τῆς βίας.


Α.  Ναοί.


      Κατά τήν Εἰκονομαχία οἱ ναοί εὑρίσκοντο ὑπό τόν πλήρη ἒλεγχο τῶν εἰκονομάχων. Τό 1924, ἀλλά καί κατά τόν διωγμό τοῦ 1952-1954, οἱ ναοί τῶν Παλαιοημερολογιτῶν σφραγίσθηκαν ἀπό τήν κρατική ἐξουσία καί ἀργότερα κάποιοι ἐξ αὐτῶν δόθηκαν πρός χρῆσιν μόνο στήν κρατοῦσα Ἐκκλησία. Ἐπίσης, σήμερα γιά τήν οἰκοδόμηση ναῶν μας ἀκολουθεῖται ἡ ἐξοντωτική γραμμή τῆς φορολογήσεως πού καθιστᾶ σχεδόν ἀδύνατη τήν ἀνέγερση νέων ναῶν. Ἀντιθέτως, στήν κρατοῦσα Ἐκκλησία ὂχι μόνο δίδονται ἀπαλλαγές, ἀλλά καί κρατικά κονδύλια μέσῳ τῶν δήμων.


Β. Φοίτηση σέ Ἐκκλησιαστικές καί Θεολογικές Σχολές.


     Δυστυχῶς ἰσχύει μέχρι σήμερα τό Βασιλικό Διάταγμα  τοῦ 1952 βάσει τοῦ ὁποίου ἀπαγορεύεται ἡ φοίτηση Παλαιοημερολογιτῶν στίς Ἐκκλησιαστικές καί Θεολογικές Σχολές. Τό ἀπαγορευτικό αὐτό μέτρο εἶναι ἂδικο διότι ὁ Ἓλληνας Παλαιοημερολογίτης φορολογεῖται καί εἶναι συνεπής στίς ὑποχρεώσεις του πρός τό κράτος, ἐνῶ αὐτό τόν περιορίζει καί τόν καθιστᾶ πολίτη δευτέρας κατηγορίας.


Γ. Διωγμοί.


      Ἀξίζει νά ἀναφερθοῦμε στούς διωγμούς πού ἐξαπέλυσαν οἱ εἰκονομάχοι αὐτοκράτορες σέ διάφορες περιοχές τῆς αὐτοκρατορίας. Μέ τήν μέθοδο τῶν διώξεων προσπάθησαν νά ἐπιβάλλουν τήν πολιτική τους, χωρίς ὃμως ἀποτέλεσμα. Νέοι Μάρτυρες καί Ὁμολογητές προστέθηκαν στό Ἃγιολόγιο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας δίπλα στούς Ἁγίους τῶν εἰδωλολατρικῶν διωγμῶν.
Στό σημεῖο αὐτό ἂς σημειωθεῖ ὃτι, τόσο τό 1924  ὃσο καί τό 1952-1954, ἡ κρατοῦσα Ἐκκλησία, ἒχοντας ὣς σύμμαχό της τήν Ἑλληνική Κυβέρνηση, ἐκδίωξε τούς Παλαιοημερολογίτες. Στά χρόνια τῶν διωγμῶν, κλῆρος καί λαός, ἀντιτάχθηκαν στήν αὐθαίρετη μεταρρύθμιση τοῦ ἡμερολογίου. Στήν ἱστορική μνήμη ἀποτυπώθηκαν  τόσο ἡ δολοφονία, ἐκ μέρους τῆς ἀστυνομίας, τῆς Αἰκατερίνης Ρούτη, ἡλικίας 26 ἐτῶν καί μητέρας τριῶν παιδιῶν, ὃσο καί οἱ συλλήψεις, οἱ φυλακίσεις καί οἱ ἀποσχηματισμοί κληρικῶν, τό σφράγισμα τῶν Ἱερῶν Ναῶν καί οἱ ἐξορίες τοῦ φλογεροῦ ἡγέτη τῶν Παλαιοημερολογιτῶν, πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου.


3. Πρόσωπα.


      Στήν διάρκεια τῆς Εἰκονομαχίας ἀνεφάνησαν νέοι «ἀστέρες πολύφωτοι τοῦ νοητοῦ στερεώματος». Μέ τήν ἁγιότητά τους θεμελίωσαν τήν κανονικότητα τῆς προσκυνήσεως τῶν Ἱερῶν Εἰκόνων καί Λειψάνων, μέσῳ συγγραμάτων καί ἐπιστολῶν πού σώζονται μέχρι σήμερα. Ἂς ἀναφέρουμε τούς Ἁγίους:  Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ταράσιο, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μεθόδιο, Θεόδωρο Στουδίτη, Ἰωάννη Δαμασκηνό, Θεόδωρο καί Θεοφάνη Γραπτούς, ὁσιομάρτυρα Στέφανο καί πολλούς ἂλλους. Κατά τήν ἀλλαγή τοῦ ἡμερολογίου ἐμφανίστηκαν νέες μορφές μέ ἁγιότητα καί ἀγωνιστικότητα. Ἂς ἀναφέρουμε χαρακτηριστικά τόν πατέρα Ἰωάννη Φλῶρο, ὁ ὁποῖος λειτουργοῦσε στό ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου στούς πρόποδες τοῦ Ὑμηττοῦ, ὃταν συντελέσθηκε τό θαῦμα τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ στίς 14 Σεπτεμβρίου 1925.
Ἐπίσης, οἱ εὐλαβεῖς ἀγωνιστές ἱεράρχες Χρυσόστομος Καβουρίδης, Γερμανός Μαυρομάτης, Χρυσόστομος Νασλίμης καί πολλοί ἂλλοι ἀγωνίσθηκαν ὑπέρ τῶν πατρώων παραδόσεων. Τά ἐπιχειρήματά τους ἐναντίον τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ γρηγοριανοῦ ἑορτολογίου πού σώζονται στά συγγράμματά τους, στίς ἐπιστολές καί στίς ἐγκυκλίους, ἀποτελοῦν πνευματική παρακαταθήκη καί ὑπενθυμίζουν σέ ὃλους ἐμᾶς τόν ἀγώνα τους γιά τήν Ὀρθοδοξία καί τήν σωτηρία, τόσο τήν προσωπική τους ὃσο καί τοῦ ποιμνίου τους. Οἱ συμβουλές τους εἶναι γιά ἐμᾶς ὑποθῆκες καί πυξίδα στήν πορεία τῆς μαρτυρικῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί στήν δική μας σταυροαναστάσιμη πορεία τοῦ μόχθου, τῆς συκοφαντήσεως, τοῦ ἐμπαιγμοῦ, τῆς ἀπαξιώσεως καί τοῦ σύγχρονου διωγμοῦ πού ντύθηκε τῆν εὐγενική ὑποκρισία τῆς Δύσεως.


      Θεωροῦμε χρέος μας νά ἀναφερθοῦμε στόν μακαριστό Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν Γ.Ο.Χ. Χρυσόστομο Κιούση, ὁ ὁποῖος μέ τούς ἀγῶνες του, μέ τίς διώξεις πού ὑπέστη ἀλλά καί μέ τήν ἀπό τόν ἴδιο προφητευμένη ὁσιακή του κοίμηση, ἔδειξε ὅτι ζεῖ Κύριος ὁ Θεός. Ἡ πρός Κύριον ἐκδημία του μπορεῖ νά ἀποτέλεσε ἀπώλεια ἀλλά ὁ διακαής του πόθος και ἡ εὐχή του γιά τήν ἕνωση τῶν διεστώτων ἐν Ἀληθείᾳ, θά ἀποτελεῖ γιά ἐμᾶς τούς νεωτέρους ἄμεση προτεραιότητα στήν διακονία τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Τόν εὐχαριστοῦμε καί τόν εὐγνωμονοῦμε γιά ὅ,τι μᾶς ἔδωσε εἴτε μέ τίς συμβουλές του εἴτε μέ τήν σιωπή του εἴτε μέ τό παράδειγμά του.


      Χρέος τῆς Ἐκκλησίας μας μέ τίς εὐχές ὅλων μας καί πρωτίστως τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου μας κ. Καλλινίκου εἶναι νά διατηρήσουμε τήν ἑνότητα καί τήν ἀγάπη ἀνάμεσά μας καί νά προσπαθήσουμε νά διορθωθοῦν καί νά ἀρθοῦν ὅσα ἐμποδίζουν τήν ἀπρόσκοπτη πνευματική πρόοδο ἀλλά καί τήν ἑνότητα ὅλων μέσα στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.


      Ἐάν οἱ Στουδίτες, οἱ Δαμασκηνοί καί οἱ λοιποί Ὁμολογητές, Πατριάρχες καί Ἐπίσκοποι, ἐπέτυχαν κατά τήν εἰκονομαχική περίοδο νά περιορίσουν τήν ἐξάπλωση τῆς δεινῆς αὐτῆς αἱρέσεως, αὐτό ὀφείλετο κυρίως στήν Χάρη τοῦ Θεοῦ πού τούς ἐνίσχυε γιά τήν ὀρθή πίστη τους καί τήν ἀγαθή τους προαίρεση, ἀλλά καί στήν ἐπιμονή τους νά στηλιτευθοῦν ὅσοι ἐπίορκοι Κληρικοί καί Ἄρχοντες, πολέμησαν τήν Ὀρθοδοξία, πρός χάριν ἰδιοτελῶν καί ἐφάμαρτων σκοπῶν.


      Ἄς εὐχηθοῦμε λοιπόν στίς δύσκολες αὐτές ἡμέρες πού διέρχεται ὁλόκληρος ὁ κόσμος καί εἰδικά ἡ πατρίδα μας, ἡ Χάρις τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ νά μή μᾶς ἐγκαταλείψει καί οἱ εὐχές τῶν Ὁμολογητῶν Πατέρων μας, νά μᾶς ἐνισχύουν στόν ἀγώνα μας γιά τήν ἐπικράτηση καί τόν θρίαμβο τῆς φιλτάτης μας Ὀρθοδοξίας!


      Ἐπίλογος αὐτῆς τῆς σύντομης ὁμιλίας ἂς εἶναι τό ἐπισφράγισμα τῆς διαθήκης τοῦ ἀειμνήστου Ἱεράρχου πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου, ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἡμερομηνία τήν 26ην Αὐγούστου τοῦ 1955.


      Ἐπισφραγίζω τήν παροῦσαν διαθήκην μου μέ μίαν ὑποκάρδιον εὐχήν, ὅπως Κύριος ὁ Θεός ὁ τά πάντα σοφῶς διέπων καί πρός τό συμφέρον τῶν ἀνθρώπων οἰκονομῶν, εὐδοκήσῃ νά ἑνώσῃ ἁπάσας τάς Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας ἐν τῷ ἑορτασμῷ  τῶν ἑορτῶν καί ἐν τῷ πλαισίῳ  τῶν αἰωνοβίων Ὀρθοδόξων Θεσμῶν, ἵνα ἅπαντες οἱ Ὀρθόδοξοι ταυτοχρόνως ἑορτάζοντες δοξάζωσιν τό πάντιμον καί μεγαλοπρεπές ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.


      Ἀμήν.